16.3.07

Γεωστρατηγική ανάλυση του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη





του Θεόδωρου Γ.Ρ. Τσακίρη*


Δεκαπέντε περίπου χρόνια μετά τον αρχικό οραματισμό του τότε γενικού διευθυντή της Πετρόλα Νίκου Γεωργιάδη, σχετικά με την κατασκευή πετρελαιαγωγού που θα παρακάμπτει τα Στενά του Βοσπόρου μέσω του ελληνικού εδάφους, η «Οδύσσεια» της ελληνικής πετρελαϊκής διπλωματίας φαίνεται ότι φθάνει σε αίσιο τέλος. Η υλοποίηση του έργου συνεπάγεται μια σειρά «παράπλευρα» οφέλη, τόσο στο στενό πλαίσιο της ελληνικής ασφάλειας, όσο και ευρύτερα στο πλαίσιο του γεωατρατηγικού ρόλου της χώρας.Η προγραμματισμένη τελική υπογραφή του διακυβερνητικού πλαισίου συμφωνίας μεταξύ Ρωσίας, Βουλγαρίας και Ελλάδας στις 15 Μαρτίου δεν αποτελεί το τέλος της διαδικασίας. Από μία άποψη αποτελεί την απαρχή (!) καθώς έως την ενεργοποίηση του αγωγού θα προηγηθούν δύο περίπου χρόνια διεθνούς εμπορικής και πιστωτικής διαπραγμάτευσης. Αυτό, ωστόσο, που θα υπογραφεί στην Αθήνα οριοθετεί το προστατευτικό πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθούν οι διαπραγματεύσεις, με σημαντικότερη την οικονομική τους διάσταση, τη δέσμευση δηλαδή εξαγώγιμου πετρελαίου τόσο από τις συμμετέχουσες ρωσικές εταιρίες, όσο και από την Chevron/Texaco ως επικεφαλής του μεγαλύτερου αυτή τη στιγμή ενεργού πεδίου του Καζακστάν.Η Ελλάδα από «ποσοτικής» άποψης είναι ο λιγότερο ωφελημένος από αυτήν την ιστορία. Ελέγχει μόλις το 24,5% του έργου εκ των οποίων μόνο το 1% να ελέγχεται από το ελληνικό δημόσιο, ενώ θα δαπανήσει τα περισσότερα, συγκριτικά με τη Βουλγαρία, για τη μετατροπή της Αλεξανδρούπολης σε ικανό λιμένα για την εξυπηρέτηση δεξαμενόπλοιων μεγάλου όγκου με όλες τις απαραίτητες αποθηκευτικές εγκαταστάσεις. Το ελληνικό δε ποσοστό μπορεί να συρρικνωθεί στο μέλλον ακόμη περισσότερο σε περίπτωση που επιχειρήσουν να συμμετάσχουν στην κοινοπραξία και άλλες διεθνείς εταιρίες, με κύριες υποψήφιες αυτές που δραστηριοποιούνται στο μεγαλύτερο υπό ανάπτυξη πεδίο του Καζακστάν (Kashagan), με «επικρατέστερες» υποψήφιες τη Shell και την Exxon Mobil. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι ο αγωγός θα επιβαρύνει τον -ούτως ή άλλως- επιβαρημένο πετρελαϊκό διάπλου του Αιγαίου αυξάνοντας την περιβαλλοντική επικινδυνότητα του σχεδίου. Από την άλλη πλευρά θα προσφέρει πολύ σημαντική οικονομική ενίσχυση τοπικά, τόσο υπό τη μορφή των τελών διέλευσης, μέρος των οποίων θα απορροφηθεί από την περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, όσο και υπό τη μορφή των έργων για την κατασκευή αρχικά και για τη συντήρηση του έργου στη συνέχεια. Τα σπουδαιότερα, ωστόσο, οφέλη του έργου είναι ποιοτικού χαρακτήρα και ανάγονται ως επί το πλείστον στη σφαίρα της γεωστρατηγικής. Τρία από αυτά είναι και τα πλέον προφανή:

(α) Με την κατασκευή του πετρελαιαγωγού αναβαθμίζεται δραματικά η «γεωστρατηγική υπεραξία» της Ελλάδας έναντι του επιχειρήματος της Τουρκίας ότι αποτελεί ουσιαστικά τη μόνη πύλη εξόδου των υδρογονανθρακικών αποθεμάτων της Κασπίας Θάλασσας προς την Ευρώπη. Η συστηματική προβολή του συγκεκριμένου επιχειρήματος συνοδεύει ως μόνιμη επωδός την επιχειρηματολογία υποστήριξης της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο εντός της Γηραιάς Ηπείρου όσο και έξω-ευρωπαϊκά. Σε μεγάλο βαθμό, τόσο η κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη όσο και η κατασκευή του ελληνο-ιταλικού αγωγού φυσικού αερίου «εξισορροπούν» το συγκεκριμένο επιχείρημα. Εάν μάλιστα προχωρήσει -και πρέπει να προχωρήσει- η εξόρυξη των διαφαινόμενων κυπριακών αποθεμάτων, τότε με εφαλτήριο την Κύπρο -και εν συνεχεία το Λιβυκό Πέλαγος- ο Ελληνισμός θα αναβαθμίσει πολλαπλασιαστικά τη σημασία του για το ευρωπαϊκό πετρελαϊκό σύστημα ασφαλείας. Θα επιφέρει σημαντικό -αν και προφανώς όχι αποφασιστικό- πλήγμα στην αξιοπιστία της επιχειρηματολογίας υπέρ της τουρκικής ένταξης, όπου η προβολή των «τουρκικών πλεονεκτημάτων» αποσκοπεί στην κατ’ εξαίρεση αποφυγή τήρησης από την Τουρκία σειράς προϋποθέσεων που θέτει η Ένωση στα υποψήφια μέλη.

(β) Η γεωγραφική τοποθεσία που θα διέρχεται ο πετρελαιαγωγός εντός του ελληνικού εδάφους, εστιάζει τα προαναφερθέντα γεωπολιτικά οφέλη σε έναν κρίσιμο εθνικά χώρο, δημιουργώντας συνθήκες αποτροπής και ανάσχεσης αναθεωρητικών σχεδίων χωρίς τη χρησιμοποίηση στρατιωτικών μέσων. Αν και ορισμένοι θα αντιπαρατάξουν το επιχείρημα ότι το ισχυρότερο μη-στρατιωτικό μέσο ανάσχεσης είναι η συμμετοχή της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην πραγματικότητα αυτό που ισχύει είναι ότι δεν υφίσταται καμία απολύτως συμβατική υποχρέωση υπεράσπισης των εθνικών μας συνόρων από τις Βρυξέλλες, κάτι, που ελέω του περιβόητου Άρθρου 5 της Ατλαντικής Συμμαχίας, ισχύει και για τη συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ. Ο έμμεσος έλεγχος από την Ελλάδα ενός περίπου εκατομμυρίου βαρελιών ανά ημέρα (έως το 2012-2015) δίνει ακόμη και στη Βρετανία ισχυρό -έστω και επιπρόσθετα- realpolitik λόγο να συνδράμει διπλωματικά την Ελλάδα σε περίπτωση που η Τουρκία επιχειρήσει να θέσει «θέμα Θράκης». Η λειτουργία του αγωγού, ή για να ήμαστε ακριβείς ο κίνδυνος διακοπής της λειτουργίας του, θα έχει εφεξής αποτρεπτικές-ανασχετικές συνέπειες έναντι της τουρκικής επιθετικότητας στη Θράκη χωρίς να χρειαστεί να «πέσει ούτε μία ντουφεκιά», χωρίς να χρειαστεί να αγοραστεί ούτε ένα επιπλέον Leopard ή Apache, λειτουργώντας ως πολλαπλασιαστής ισχύος για τον ελληνικό αμυντικό μηχανισμό.

(γ) Σε κάθε πάντως περίπτωση η κατασκευή και πλήρης ενεργοποίηση ενός τόσο σημαντικό έργου ενεργειακής υποδομής, δημιουργεί νέα επιχειρησιακά δεδομένα στην περιοχή της Θράκης, έστω κι αν αυτό σημάνει την ανάγκη μετακίνησης των υπαρχόντων ναρκοπεδίων που βρίσκονται πλησίον της διαδρομής του αγωγού. Σε ένα γενικότερο επίπεδο «ανάλυσης ρίσκου» υφίσταται πάντα κίνδυνος δολιοφθοράς, είτε του έργου, είτε του τερματικού του σημείου, στην ίδια την Αλεξανδρούπολη. Η δημιουργία ειδικών μονάδων ταχείας αντίδρασης -κάτι που άλλωστε συμπεριλαμβάνεται στην αποστολή του Β’ Σώματος Στρατού- και η σύσταση ειδικών τμημάτων με κύρια αρμοδιότητα τη φύλαξη του αγωγού, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στο σχεδιασμό των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και των δυνάμεων ασφαλείας. Η ολοκλήρωση του έργου προσφέρει παράλληλα ένα ωραιότατο κίνητρο για την επίλυση σειράς εκκρεμών ζητημάτων, από την ανάγκη αποτελεσματικότερης φύλαξης των συνόρων, έως την τελική οριοθέτηση του ζητήματος των πλημμυρών, κάθε φορά που υπερχειλίζει ο Έβρος λόγω εισροής υδάτων από τη βουλγαρική πλευρά των συνόρων.


*Μ.Α. Διεθνούς Ασφαλείας Πανεπιστημίου Georgetown, πρώην υπότροφος Ιδρύματος Fulbright και της Chevron/Texaco.

Ετικέτες

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα