Του Βαγγέλη Χωραφά
Επτά χρόνια μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, οι πλέον αξιόπιστες αναλύσεις συγκλίνουν στο ότι ο κύριος στόχος του Οσάμα μπιν Λάντεν δεν ήταν να καταφέρει ένα εντυπωσιακό πλήγμα στις ΗΠΑ. Aυτό ήταν μια δευτερεύουσα πτυχή της στρατηγικής του. Η επιδίωξη της Αλ Κάιντα ήταν να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις εισβολής των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν και, σύμφωνα με τις ιστορικές εμπειρίες από τις εισβολές των Βρετανών και των Σοβιετικών, να εγκλωβίσει τα αμερικανικά στρατεύματα στην «αφγανική παγίδα», οδηγώντας τους Αμερικανούς σε μια ήττα ανάλογη με αυτή του Βιετνάμ.
Όσο και αν σήμερα οι ΗΠΑ βρίσκονται εγκλωβισμένες με το ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, η κατάσταση απέχει πολύ από τα σχέδια του Μπιν Λάντεν: η Αλ Κάιντα έχει υποστεί τεράστιες απώλειες, η κυβέρνηση των Ταλιμπάν έχει ανατραπεί και ολόκληρη η χώρα βρίσκεται υπό την κατοχή της Δύσης. Χαρακτηριστική είναι η κριτική που άσκησε ο Αμπού αλ Ουαλίντ αλ Μάσρι, ένας εκ των κορυφαίων ηγετών της Αλ Κάιντα, στη στρατηγική του Μπιν Λάντεν, λέγοντας ότι η εμπειρία της Αλ Κάιντα στο Αφγανιστάν ήταν το «τραγικό παράδειγμα ενός ισλαμικού κινήματος το οποίο διοικήθηκε με εκκωφαντικά ανεπαρκή τρόπο. Όλοι γνώριζαν ότι ο ηγέτης τους τους οδηγούσε στην άβυσσο, και πολύ περισσότερο οδηγούσε τη χώρα στην πλήρη καταστροφή, αλλά συνέχιζαν να εκτελούν τις διαταγές του με πίστη και πικρία».
Σύμφωνα με τον Αμπού Μουσάμπ αλ Σουρί (τον «Σύριο»), μέλος του εσωτερικού συμβουλίου της Αλ Κάιντα, η μεγαλύτερη απώλεια δεν ήταν η καταστροφή της οργάνωσης αλλά η πτώση των Ταλιμπάν, γεγονός που σήμαινε ότι η Αλ Κάιντα στερούνταν της εδαφικής διάστασης της στρατηγικής της – δηλαδή δεν είχε πλέον χώρο στρατολόγησης, εκπαίδευσης και οργάνωσης.
Η κριτική του Αλ Σουρί στις αντιλήψεις του Μπιν Λάντεν είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν την 11η Σεπτεμβρίου. Ήδη από το 2000 προέβλεπε το τέλος της Αλ Κάιντα, την οποία αντιλαμβανόταν ως ένα μόνο επίπεδο για την ανάπτυξη της παγκόσμιας ισλαμικής εξέγερσης, δηλαδή σαν «ένα κάλεσμα, μια αναφορά, μια μεθοδολογία». Στόχος του Αλ Σουρί ήταν η κωδικοποίηση των δογμάτων της ισλαμικής τζιχάντ, με πρώτο βήμα τη δημιουργία της «χωρίς αρχηγούς αντίστασης». Το επόμενο βήμα θα ήταν η συγκρότηση των «ανοικτών μετώπων», τα οποία με τη σειρά τους θα οδηγούσαν στον αγώνα για την κατάκτηση εδαφών και τη δημιουργία ισλαμικών κρατών. Με βάση αυτή τη λογική, η διαλεκτική του πολιτικού και στρατιωτικού Ισλάμ θα έπρεπε να εκδηλώνεται μέσα από την ανάπτυξη ενός κύκλου, με τις εξής φάσεις: επέκταση του δημοκρατικού Ισλάμ – τζιχάντ – επέκταση... – τζιχάντ κ.λπ. Για τον Αλ Σουρί, οι πέντε περιοχές της τζιχάντ θα έπρεπε να είναι το Αφγανιστάν, η Κεντρική Ασία, η Υεμένη, το Μαρόκο και το Ιράκ. Αντίθετα, ο Μπιν Λάντεν είχε αποκλείσει από το 2003 από το σχεδιασμό του το Αφγανιστάν και το Ιράκ, και θεωρούσε περιοχές της τζιχάντ την Ιορδανία, το Μαρόκο, τη Νιγηρία, το Πακιστάν, την Υεμένη και τη Σαουδική Αραβία. Σε κάθε περίπτωση, το θέμα της εδαφικότητας/κράτους το οποίο έθετε σε προτεραιότητα ο Αλ Σουρί δεν φαίνεται να μπορούσε να αντιμετωπισθεί μέσα από τις επιλογές του Οσάμα μπιν Λάντεν.
Μια άλλου τύπου διαφωνία είναι αυτή που διατυπώθηκε από τον Αμπού Μουχάμαντ αλ Μακντίσι στο θεωρητικό επίπεδο και τον Αμπού Μουσάμπ αλ Ζαρκάουι στο στρατιωτικό επίπεδο. Ο Αλ Ζαρκάουι, μόνιμος αντίπαλος του Μπιν Λάντεν, έγινε περισσότερο γνωστός για τη δράση του –μέσω της οργάνωσης Αλ Ταουίντ ουάλ Τζιχάντ (Μονοθεϊσμός και Τζιχάντ) και αργότερα ως εκπρόσωπος της Αλ Κάιντα– στο Ιράκ, ενώ ο Αλ Μακντίσι αποτελούσε πάντα τη φωνή της αυθεντίας και της εγκυρότητας. Και οι δύο ήταν αντίθετοι με την απόφαση της Αλ Κάιντα για πόλεμο ενάντια στις ΗΠΑ. Aντίθετα, θεωρούσαν ότι η προτεραιότητα έπρεπε να δοθεί στον πόλεμο ενάντια στα εκφυλισμένα αραβικά καθεστώτα. Όσον αφορά τη Δύση, το βάρος έπρεπε να δοθεί στην οργάνωση και τη λειτουργία των μικρών και ανεξάρτητων μεταξύ τους πυρήνων, οι οποίοι δεν θα είχαν καμία σχέση με την Αλ Κάιντα. Η προτεραιότητα της σύγκρουσης με τα αραβικά καθεστώτα έφερε στην επιφάνεια την αναγκαιότητα ενός εμφύλιου πολέμου με τους σιίτες, και αυτό έγινε πρακτικά την πρώτη περίοδο δραστηριοποίησης του Αλ Ζαρκάουι στο Ιράκ. Η αποτυχία των προσπαθειών αυτής της περιόδου τον ανάγκασε να συμβιβασθεί με την Αλ Κάιντα και να αναλάβει την ηγεσία της στο Ιράκ, μέχρι το θάνατό του και την εξολόθρευση των πυρήνων της οργάνωσης.
Ο πιο σύγχρονος θεωρητικός του ισλαμικού κινήματος, Αμπού Μπακρ Νατζί, άγνωστης ταυτότητας και προέλευσης (αρκετοί θεωρούν ότι το όνομά του αποτελεί συλλογικό ψευδώνυμο διαφόρων θεωρητικών της τζιχάντ), φαίνεται να έχει πολλά σημεία σύγκλισης με τις απόψεις του Αλ Σουρί. Κυρίως όσον αφορά την αναγκαιότητα για τη διατύπωση μιας συγκεκριμένης (ισλαμικής) σχέσης ανάμεσα στη στρατιωτική δράση και την πολιτική. Αυτή η αναγκαιότητα αργά ή γρήγορα θα αντανακλασθεί στα θέματα πρακτικής διακυβέρνησης του ισλαμικού κράτους που θα προκύψει από την επιτυχία της τζιχάντ. Τα ισλαμικά κράτη, ή οι ισλαμικά ελεγχόμενοι εδαφικοί πυρήνες, θα αποτελούν τους μοναδικούς χώρους ασφάλειας μέσα σε ένα περιβάλλον γενικευμένης αγριότητας, το οποίο θα δημιουργηθεί από τη σύγκρουση του ισλαμικού κινήματος με τη Δύση. Όσο και αν πολλοί έχουν κατηγορήσει τον Οσάμα μπιν Λάντεν για υπερβολική έκθεση στα δυτικά μίντια, ο Νατζί τον κατηγορεί για το ακριβώς αντίθετο – ότι η δημόσια εικόνα της Αλ Κάιντα μεταξύ των μουσουλμάνων είναι κακή γιατί η οργάνωση απέτυχε στην επικοινωνιακή μάχη: «Το πρώτο βήμα για να ξεκινήσουμε το σχέδιό μας είναι να επικεντρωθούμε στην αιτιολόγηση της δράσης, τόσο ορθολογικά όσο και μέσω της σαρία. Δεύτερον, πρέπει να επικοινωνήσουμε αυτή την αιτιολόγηση καθαρά στους λαούς και στις μάζες, έτσι ώστε κάθε μέσο ή προσπάθεια διαστρέβλωσης των πράξεών μας από τα μίντια να αποτυγχάνει πλήρως».
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι απόψεις του Σαΐφ αλ Αντλ, επικεφαλής της ασφάλειας της Αλ Κάιντα, και μιας ομάδας στελεχών που συμπλέουν μαζί του, όπως τις παρουσιάζει ο Φουάντ Χουσεΐν, ένας ριζοσπάστης ισλαμιστής Ιορδανός δημοσιογράφος, στο βιβλίο του Αλ Ζαρκάουι: η δεύτερη γενιά της Αλ Κάιντα. Σύμφωνα με τις απόψεις αυτές, στρατηγικός στόχος της Αλ Κάιντα είναι η εμπλοκή των ΗΠΑ σε πόλεμο με το Ιράν. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την υπερεπέκταση των δυνάμεων των ΗΠΑ, αφού μια τέτοια προοπτική θα ενεργοποιήσει όχι μόνο τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο αλλά και τη Χαμάς στην Παλαιστίνη. Ένας δεύτερος στόχος για την Αλ Κάιντα πρέπει να είναι η σύγκρουση των ΗΠΑ με τη Συρία, η οποία θα προκαλέσει ακριβώς τις ίδιες αντιδράσεις. Με τα δεδομένα αυτά, θα πρέπει ίσως να εξετασθεί και η πρόσφατη απόφαση εμπλοκής των ΗΠΑ στην εξουδετέρωση των πυρήνων των Ταλιμπάν σε εκτεταμένες περιοχές μέσα στο έδαφος του Πακιστάν. Με βάση τις εκτιμήσεις αυτών των κύκλων της Αλ Κάιντα, το μακροχρόνιο σχέδιο της οργάνωσης διαρθρώνεται σε έξι στάδια. Το πρώτο στάδιο, της περιόδου 2001–2003, αποτέλεσε το στάδιο της αφύπνισης των ισλαμικών συνειδήσεων. Το δεύτερο στάδιο, 2003–2006, αποτέλεσε την περίοδο παγκόσμιας οργάνωσης της Αλ Κάιντα. Στο τρίτο στάδιο, 2007–2010, θα δοθεί βάρος στις προσπάθειες σε τρεις χώρες: Συρία, Τουρκία, Ισραήλ. Στο τέταρτο στάδιο, 2011–2013, θα πρέπει να τεθούν σε προτεραιότητα οι ισλαμικές εξεγέρσεις στα αραβικά καθεστώτα. Στο πέμπτο στάδιο, 2014–2016, θα εγκαθιδρυθεί το χαλιφάτο της νέας περιόδου· και στο έκτο στάδιο, 2017–2025, θα εκδηλωθεί η ολική σύγκρουση, κυρίως με τη Δύση.
Αυτή η εκδοχή της ουτοπίας από την Αλ Κάιντα έχει κερδίσει την υποστήριξη μιας νέας γενιάς Αράβων, που ο Νατζί τους αποκαλεί «η τρίτη γενιά των μουτζαχεντίν». Όντας εξοικειωμένη με το διαδίκτυο και τις νέες τεχνολογίες, αυτή η γενιά έχει ριζοσπαστικοποιηθεί από την 11η Σεπτεμβρίου, από την κατοχή του Ιράκ και από την παλαιστινιακή ιντιφάντα, αποτελώντας τη βάση συγκρότησης νέων πυρήνων όχι μόνο στη Δύση αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο. Παράλληλα, δεν είναι λίγοι αυτοί που δεν αποδέχονται το όραμα της Αλ Κάιντα. Αν και πολλές ομάδες της τζιχάντ εγκρίνουν τις επιθέσεις της Αλ Κάιντα στη Δύση, οι στόχοι τους είναι αρκετές φορές διαφορετικοί και επικεντρώνονται στην ανατροπή των καθεστώτων των χωρών τους, τα οποία θεωρούν αιρετικά ή διεφθαρμένα. Πολλές από αυτές τις ομάδες δεν θα είχαν ιδιαίτερο πρόβλημα με την εξάλειψη της Αλ Κάιντα, αφού οι δικοί τους αγώνες θα μπορούσαν να γίνουν ευκολότερα αντιληπτοί ως εθνικοί ανταρτοπόλεμοι με ιδιαίτερους πολιτικούς στόχους. Αυτή η διαφωνία έχει γίνει εμφανέστερη τα τελευταία πέντε χρόνια. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι αυτό του πνευματικού ηγέτη της Χεζμπολάχ, σεΐχη Μοχάμεντ Χουσεΐν Φαντλάλα, ο οποίος δημόσια καταδίκασε την 11η Σεπτεμβρίου και τις επιθέσεις αυτοκτονίας της Αλ Κάιντα. Παράλληλα, οι ηγέτες της αιγυπτιακής ισλαμικής οργάνωσης Γκαμάα Ισλαμίγια –η οποία στο παρελθόν είχε συνεργασθεί με την Αλ Κάιντα– καταδίκασαν δημόσια τις τακτικές της Αλ Κάιντα και τους στόχους της για παγκόσμια τζιχάντ. Πρόκειται για χαρακτηριστικές περιπτώσεις κινημάτων τα οποία αναζητούν όρους νομιμοποίησης στο εθνικό τους επίπεδο, μέσα σε ένα γενικότερο σχέδιο κατάκτησης της εξουσίας στο εθνικό κράτος.Είναι άγνωστο πού θα οδηγήσει τα επόμενα χρόνια η σύμπλεξη των προσπαθειών για παγκόσμια τζιχάντ με τις επιδιώξεις των ισλαμικών κινημάτων σε εθνικό επίπεδο. Πρόκειται όμως για το κομβικό σημείο στην εξέλιξη του παγκόσμιου ισλαμικού κινήματος.
Ετικέτες Γεωπολιτική