Η ανάπτυξη της αντιπυραυλικής άμυνας των ΗΠΑ
Η εγκατάσταση πυραυλικών συστημάτων στη Πολωνία και την Τσεχία από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών έχει προκαλέσει, όπως είναι γνωστό, πολλές αντιδράσεις κυρίως από την πλευρά της Ρωσίας, καθώς βλέπει χώρες πρώην συμμάχους στα πλαίσια του Συμφώνου της Βαρσοβίας και της ψυχροπολεμκής περιόδου να δέχονται πυραυλικά συστήματα των ΗΠΑ. Παρά τις διαβεβαιώσεις της αμερικανικής πλευράς ότι η συγκεκριμένη κίνηση έχει σκοπό την αποτροπή επίθεσης από την περιοχή της Μέσης Ανατολής, το ζήτημα αποτελεί το νέο σημείο τριβής μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ/ΝΑΤΟ.Το πυραυλικό σύστημα προστασίας των ΗΠΑ ξεκίνησε την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, με την ενεργή υποστήριξη των εκάστοτε προέδρων της χώρας και κυρίως του Ρ. Ρήγκαν τη δεκαετία του 1980, όταν και τέθηκε σε ανάπτυξη και εφαρμογή το πρόγραμμα «Πόλεμος των Άστρων», η αιχμή του δόρατος της αμερικανικής αντιπυραυλικής άμυνας.
Στα μέσα του 1993, το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ πραγματοποίησε εκτεταμένη μελέτη για να επιλέξουν τη στρατηγική, τη δομή και την τεχνολογική ανάπτυξη της αμυντικής δυνατότητας της χώρας στη μετα-ψυχροπολεμική περίοδο. Εξάλλου, με τη διάλυση της ΕΣΣΔ, η απειλή πυραυλικής επίθεσης στο έδαφος των ΗΠΑ από την πρώην Σοβιετική Ένωση ή από την Κίνα είχε μειωθεί σημαντικά. Επιπλέον, η πιθανότητα για μια χώρα του αναπτυσσόμενου κόσμου να αναπτύξει και να χρησιμοποιήσει βαλλιστικό πύραυλο μεγάλου βεληνεκούς θεωρούνταν εντελώς αβέβαιη. Στο πλαίσιο αυτό και ως απάντηση σε μια αβέβαιη όσο και αόριστη απειλή, το υπουργείο Άμυνας αναζήτησε την τεχνολογική αιχμή μέσα από το πρόγραμμα της Εθνικής Βαλλιστικής Άμυνας για την ανάπτυξη και διατήρηση της πυραυλικής άμυνας των ΗΠΑ.
Μετά τις εκλογές του 1994, πολλά μέλη του Κογκρέσου ζήτησαν την επιτάχυνση της διαδικασίας ανάπτυξης αυτού του είδους άμυνας της χώρας. Αυτή η στάση οφείλεται στη γενική πεποίθηση ότι η απειλή με βαλλιστικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς που θα μπορούσαν να πλήξουν τις ΗΠΑ και που θα προέρχονταν από χώρες αμφίβολης εμπιστοσύνης είχε αυξηθεί σημαντικά. Το σενάριο της απειλής μάλιστα περιελάμβανε επίθεση από τη Λιβύη με τους νεοαποκτηθέντες βαλλιστικούς πυραύλους SS-25. Έτσι, η σύσταση του νέου αμυντικού συστήματος αφορούσε είκοσι πυραύλους διηπειρωτικού βεληνεκούς (Intercontinental Ballistic Missiles - ICBM) και την υποστήριξη τους από το αναβαθμισμένο δίκτυο ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης (Early Warning Radar - EWR).
Το 1996, σχετική επιτροπή παρουσίασε μία έκθεση που αφορούσε την αλλαγή στο διεθνές περιβάλλον και τις αλλαγές που θα έπρεπε να γίνουν στο πρόγραμμα πυραυλικής άμυνας των ΗΠΑ προκειμένου να είναι αποτελεσματικό απέναντι σε ενδεχόμενη απειλή. Το σχέδιο που πρότεινε η έκθεση έμεινε ως γνωστό ως «3+3» εξαιτίας των τριών χρόνων που χρειαζόταν η ανάπτυξη του και των επιπλέον τριών για την εγκατάσταση και λειτουργία του μετά την απόφαση ανάπτυξης. Το πρόγραμμα της Εθνικής Πυραυλικής Άμυνας των ΗΠΑ που προέκυψε από την έκθεση αποτελείται από διάφορα στοιχεία και οπλικά συστήματα ικανά να αποτρέψουν ενδεχόμενη απειλή. Επίγεια ραντάρ σε συνδυασμό με συστήματα παρακολούθησης υπέρυθρων ακτίνων από το διάστημα δημιουργούν ένα πλέγμα επίβλεψης του εναέριου χώρου και επίβλεψης απειλών. Αυτό το σύστημα παρακολούθησης είναι το απαραίτητο συστατικό που σε συνδυασμό με πυραύλους αναχαίτισης εδάφους-αέρος αποτελεί τη βάση της φιλοσοφίας της Εθνικής Πυραυλικής Άμυνας των ΗΠΑ.
Τον Απρίλιο του 1997, ανακοινώνεται η ίδρυση της Εταιρείας Ενωμένης Πυραυλικής Άμυνας (United Missile Defense Company - UMDC), μία κοινοπραξία μεταξύ των Lockheed Martin, Raytheon και TRW. Μετά από πρόταση της εταιρείας για την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου συστήματος πυραυλικής άμυνας, ο Οργανισμός Βαλλιστικής Πυραυλικής Άμυνας των ΗΠΑ ανακοίνωσε την ανάθεση, μέσω δύο συμβολαίων, της Εθνικής Πυραυλικής Άμυνας στην UMCD και στην Boeing North American. Μετά από δύο χρόνια, ο Οργανισμός θα επέλεγε μία εκ των δύο να λειτουργήσει ως ο κύριος διαμορφωτής και προμηθευτής των πυραυλικών συστημάτων για την άμυνα από πυραυλικές επιθέσεις.
Τα οικονομικά έτη 1996 έως 1998 το Κογκρέσο ενέκρινε και διέθεσε συνολικά 1,17 δισεκατομμύρια δολάρια περισσότερα από την αρχική έγκριση που προέβλεπε ο προϋπολογισμός της χώρας για το συγκεκριμένο πρόγραμμα. Το πρόγραμμα «3+3» σχεδιάστηκε ώστε να μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή το 2003, ενώ μια πιο ολοκληρωμένη και σύγχρονη παραλλαγή του προγράμματος θα μπορούσε να τεθεί σε εφαρμογή το 2006. Η βασική διάφορα στις δύο εκδοχές ήταν η τεχνολογία και το λογισμικό που χρησιμοποιούσαν αλλά και τα κόστη εγκατάστασης περισσότερων βαλλιστικών πυραύλων σε περισσότερα σημεία.
Ετικέτες Γεωπολιτική

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]
<< Αρχική σελίδα