1.6.07

Η Τουρκία σε τροχιά αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ

Ακόμη και στα πρόθυρα του πολέμου εναντίον του Ιράκ ήταν διάχυτη η εντύπωση μεταξύ ειδικών αναλυτών και κρατικών αξιωματούχων ότι η Τουρκία θα αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα «στρατηγικά στοιχήματα» για τις ΗΠΑ στον 21ο αιώνα. Και ο πιο απαισιόδοξος παρατηρητής δεν θα μπορούσε να φανταστεί τα σημερινά επίπεδα αντιαμερικανισμού στην Τουρκία ή την οξεία αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ λόγω των τουρκικών σχεδιασμών στο Β. Ιράκ. Η αμερικανική υποστήριξη προς τους Κούρδους, σε συνδυασμό με το τραύμα που προκλήθηκε στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις από την άρνηση της Αγκυρας να επιτρέψει τη διέλευση αμερικανικών στρατευμάτων το 2003, έχει θέσει υπό αμφισβήτηση έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής: τη στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ. Αυτό προκαλεί σοβαρές ανησυχίες στους Τούρκους ιθύνοντες που λαμβάνουν ανησυχητικά ή στην καλύτερη περίπτωση αόριστα και πάντως μη ενθαρρυντικά μηνύματα από την Ε.Ε. Τίθεται, λοιπόν, ένα ζήτημα στρατηγικών επιλογών για τον γεωστρατηγικό προσανατολισμό και ρόλο της Τουρκίας, καθώς και το ειδικό βάρος της στην περιφερειακή εξίσωση ασφαλείας. Οι τουρκικές ανησυχίες έχουν οδηγήσει και σε ορισμένες ασυνήθιστες (και πιθανώς συγκυριακές) συγκλίσεις συμφερόντων σε συγκεκριμένα θέματα με παραδοσιακούς αντιπάλους όπως η Ρωσία και το Ιράν.
Η σταδιακή εδραίωση ενός κουρδικού κρατικού μορφώματος στο Β. Ιράκ, σε συνδυασμό με την αδυναμία πολιτικής αντιμετώπισης του εσωτερικού κουρδικού ζητήματος, επαναφέρει για μεγάλο μέρος του τουρκικού πολιτικο-στρατιωτικού κατεστημένου, το «Σύνδρομο των Σεβρών», δηλαδή το ενδεχόμενο εδαφικού διαμελισμού της Τουρκίας ως αποτέλεσμα σχεδιασμών και ενεργειών «εξωτερικών δυνάμεων».
Ισως κατόπιν παρασκηνιακών διαβουλεύσεων οι ΗΠΑ να αποδέχονταν μια συμβολική κίνηση του τουρκικού στρατού στο βόρειου Ιράκ, αλλά πολύ δύσκολα θα συναινούσαν (όπως άλλωστε και οι Ιρακινοί Κούρδοι) σε μια εκτεταμένη και μακροχρόνια παρουσία τουρκικών δυνάμεων στην περιοχή. Μια δυναμική αμερικανική αντίδραση δεν φαίνεται ιδιαίτερα πιθανή, αφού δεν έχουν την πολυτέλεια ανοίγματος άλλων μετώπων, διατηρούν όμως την ικανότητα πίεσης προς την Τουρκία με άλλους τρόπους, ενώ και οι αμερικανοτραφείς Τούρκοι στρατηγοί δεν επιθυμούν μια πλήρη αποξένωση από τις ΗΠΑ και τη Δύση γενικότερα (ο δε Ερντογάν φαίνεται να σύρεται εκών άκων προς στρατιωτική δράση). Η όποια αντίδραση της Ε.Ε. δεν θα αποτελούσε σημαντικό παράγοντα στον υπολογισμό κόστους–οφέλους για την Τουρκία, αφού η επιρροή της Ενωσης είναι αρκετά μειωμένη λόγω περιορισμένων προοπτικών για πλήρη ένταξη της Τουρκίας.
Σε περίπτωση εκτεταμένων επιχειρήσεων μεγαλύτερης διάρκειας στο βόρειο Ιράκ, χωρίς επίτευξη του αρχικού στόχου και αυξανόμενου αριθμού απωλειών, το (εσωτερικό) γόητρο του τουρκικού στρατού θα δεχόταν ένα σημαντικό πλήγμα. Μια ενδεχόμενη (αλλά όχι υποχρεωτικά η πιθανότερη) αντίδραση θα ήταν η αναζήτηση μιας εξωτερικής «επιτυχίας» σε άλλο μέτωπο για λόγους εντυπώσεων. Από την άλλη πλευρά, πόσα μέτωπα αντέχει να ανοίξει η Τουρκία, ακόμη και αν στην παρούσα συγκυρία (και λόγω εσωτερικών αδιεξόδων) φαίνεται να μην «σκέφτεται καθαρά»;
Μια προσπάθεια εξαγωγής της κρίσης προς την Κύπρο ή το Αιγαίο δεν μπορεί λοιπόν να αποκλειστεί, αλλά δεν πρέπει να θεωρείται και δεδομένη. Ωστόσο, η πολιτική της Αγκυρας στα διμερή ζητήματα δεν θα αλλάξει και οι γνωστές κινήσεις σε αέρα και θάλασσα θα συνεχιστούν, οπότε η ελληνική πλευρά θα πρέπει να έχει αυξημένα αντανακλαστικά στον τομέα της διαχείρισης κρίσεων.

*Του κ. Θάνου Π. Ντόκου, Γενικού Διευθυντή στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

Ετικέτες

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα