14.10.07

Η παθογένεια της ελληνικής διπλωματίας

Όλα τα λάθη της ελληνικής διπλωματίας έγιναν από πολιτικούς και όχι από διπλωμάτες. Ξεκινώντας από την τραγική έκβαση της Μικρασιατικής Εκστρατείας και φθάνοντας ως τις εθνικές παλινωδίες στο Κυπριακό, το γεγονός είναι ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική είναι προσωποπαγής και, μοιραία, ασυνεπής. Η ιδιαιτερότητα αυτή καταλήγει σε παθογένεια όταν συνδυάζεται με εξωτερική πολιτική εσωτερικής κατανάλωσης, όταν δηλαδή η εθνική στρατηγική υποκύπτει στους καταναγκασμούς του πολιτικού κόστους, όπως συμβαίνει με το Σκοπιανό από τη δεκαετία του 1990. Αυτό που θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη συνέχεια, ένας αξιοκρατικός και υπερκομματικός υπηρεσιακός μηχανισμός, δεν υπάρχει. Η εξέλιξη του Έλληνα διπλωμάτη εξαρτάται, κυρίως, από τα χρόνια υπηρεσίας και την κλίμακα της ιεραρχίας, ενώ οι τοποθετήσεις στα κρίσιμα πόστα αποφασίζονται από τον Υπουργό. Για το λόγο αυτό, ένας πρέσβης θα σκεφτεί πολλές φορές εάν πρέπει να κάνει μία εισήγηση που δεν θα αρέσει στην πολιτική ηγεσία. Ενας νέος διπλωμάτης, μόνο κατ’ εξαίρεση μπορεί να αναλάβει θέση υψηλής ευθύνης.
Παραμονές εκλογών σε μια μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα, ο Πρέσβης της που υπηρετεί ακόμη στην Αθήνα ρωτήθηκε από Ελληνες δημοσιογράφους εάν ανησυχεί για το ενδεχόμενο μετακίνησής του. Στην αρχή δεν κατάλαβε το ακριβές νόημα της ερώτησης και του το εξήγησε ένας συνεργάτης του με τη φράση, «στην Ελλάδα αλλαγή υπουργού Εξωτερικών σημαίνει “ξήλωμα” διπλωματών». Ο υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, κ. Νίκολας Μπερνς, είναι διπλωμάτης καριέρας. Είναι Ρεπουμπλικανός; Κανείς δεν ξέρει. Πάντως και επί Δημοκρατικών είχε επίσης λαμπρή σταδιοδρομία.
Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί στην Ελλάδα έναν υπερκομματικό υφυπουργό Εξωτερικών, προερχόμενο από το διπλωματικό σώμα και όχι από το κυβερνών κόμμα. Η ελληνική διπλωματία είναι δέσμια της ασυνέχειας του κράτους και υποφέρει από τη χρόνια «ασθένεια» του ελληνικού κράτους: Την πελατειακή λογική.
Η Ντόρα Μπακογιάννη επέλεξε ως γενικό γραμματέα του υπουργείου Εξωτερικών τον κ. Αριστείδη Αγαθοκλή, έναν έμπειρο διπλωμάτη, τον οποίο όμως δεν προήγαγε ο προκάτοχός της Πέτρος Μολυβιάτης (λόγω διαφωνιών για την πολιτική στο Κυπριακό και τα ελληνοτουρκικά) και ο οποίος έχαιρε της εκτίμησης του Κώστα Σημίτη. Και αν κάποιος είναι συνήθως παρών στις συναντήσεις της με ξένους ομολόγους της, αυτός είναι ο γιος της και ειδικός σύμβουλός της κ. Κώστας Μπακογιάννης. Οι διπλωμάτες παραπονιούνται συχνά για τους «εξωθεσμικούς», για τους ανθρώπους του υπουργού που δεν προέρχονται από το διπλωματικό σώμα. Αντηχούν ακόμη οι καταγγελίες του κ. Θόδωρου Πάγκαλου για τις «στρατιές αγγλόφωνων συμβούλων» που περιστοίχιζαν τον Γιώργο Παπανδρέου ως υπουργό Εξωτερικών. Κάποιοι από αυτούς στους οποίους αναφερόταν ο κ. Πάγκαλος, όπως ο Παύλος Γερουλάνος και ο Δημήτρης Δρούτσας, τον ακολούθησαν στη Χαριλάου Τρικούπη, όταν έγινε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ.
Στο Φόρεϊν Οφις συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Οι υπουργοί Εξωτερικών της Βρετανίας παραπονιούνται συνήθως για τους «μανδαρίνους», όπως αποκαλούνται οι εκπρόσωποι του «σκληρού πυρήνα» του υπουργείου, που συμπεριφέρονται ως ίσοι προς ίσο απέναντι στην πολιτική ηγεσία. Οπως συνήθως συμβαίνει στις ώριμες δημοκρατίες, οι διπλωμάτες εκεί δεν έχουν κανένα πρόβλημα να δηλώσουν πολιτική προτίμηση. Το σύνηθες παράπονο των Ελλήνων διπλωματών είναι ότι δεν έχουν ρόλο. Υπάρχει Πρέσβης που να επηρεάζει τον υπουργό Εξωτερικών περισσότερο από όσο ο διευθυντής του πολιτικού του γραφείου ή ο σύμβουλος τον οποίο ο ίδιος επέλεξε και δεν τον βρήκε σε ένα γραφείο της Β. Σοφίας; Και το γεγονός ότι ο εξ απορρήτων του υπουργού μπορεί να μη γνωρίζει την «αλφαβήτα» της διπλωματίας σημαίνει κάτι για τον τρόπο που λαμβάνονται τελικά οι αποφάσεις στα κρίσιμα εθνικά θέματα; Οι απόψεις διίστανται. Οι σύμβουλοι, συνήθως, κατηγορούν τους υπηρεσιακούς για σχολαστικισμό και έλλειψη πολιτικής σκέψης. Οι υπηρεσιακοί κατηγορούν τους «εξωθεσμικούς» ότι δεν καταλαβαίνουν τις τεχνικές πτυχές των θεμάτων και ότι δεν γνωρίζουν το παρελθόν μίας υπόθεσης που καλούνται να χειριστούν. Σε κάθε περίπτωση, την τελευταία λέξη έχει ο υπουργός, που θα αποφασίσει κατά βούληση για το ποιος θα συντάξει την ομιλία του και τίνος εισήγηση θα λάβει υπόψη .O Τούρκος πρέσβης κ. Ταχσίν Μπουρτζούογλου, ο οποίος μέχρι πρόσφατα υπηρετούσε στην Αθήνα, είναι ο νέος γενικός γραμματέας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας.Ο προκάτοχός του στην Αθήνα, κ. Γιτζίτ Αλπογκάν, είχε ακριβώς την ίδια πορεία. Αυτό σημαίνει, κατά συγκλίνουσες εκτιμήσεις, ότι για το συγκεκριμένο πόστο επιλέγονται οι καλύτεροι διπλωμάτες και αυτό ασφαλώς δεν έχει σχέση με τη συγγένεια που έχουν ή δεν έχουν με το πολιτικό Ισλάμ.
«Η εξωτερική πολιτική είναι τάνκερ, δεν είναι κρις κραφτ να κάνει συνεχώς στροφές». Αυτόν τον ορισμό, που έχει δώσει πρώην υπουργός Εξωτερικών, επικαλούνται συχνά Ελληνες διπλωμάτες, επικρίνοντας το άγχος τής κατά περιόδους πολιτικής ηγεσίας να βάλει το δικό της στίγμα, μία προσωπική σφραγίδα, στην ελληνική διπλωματία. Δεν έχουν άδικο. Κάθε κυβέρνηση, κάποιες φορές και κάθε υπουργός Εξωτερικών, έχουν τη δική τους εξωτερική πολιτική. Η κυβέρνηση Σημίτη εγκατέλειψε τη φιλοαραβική πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου. Η κυβέρνηση Καραμανλή εγκατέλειψε το Ελσίνκι για την παραπομπή των μεθοριακών διαφορών στη Χάγη. Ο Αντώνης Σαμαράς διαφώνησε με τον πρωθυπουργό του Κωνσταντίνο Μητσοτάκη για το Σκοπιανό. Ο Πέτρος Μολυβιάτης φημιζόταν για την άριστη σχέση του με τον Τάσσο Παπαδόπουλο και η Ντόρα Μπακογιάννη για το ακριβώς αντίθετο. Αντίθετα, η διακυβέρνηση Μπους εργάζεται για την «αντιπυραυλική ασπίδα», η οποία θα εγκατασταθεί το 2012, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος θα αποτελεί παρελθόν για τον Λευκό Οίκο. Σε λίγες μέρες -με διακομματική συναίνεση και χωρίς να ληφθούν υπόψη οι προεδρικές εκλογές του προσεχούς Νοεμβρίου- θα αναπτυχθούν οι πρώτες αμερικανικές δυνάμεις στην Αφρική (Africa Corp) με σκοπό, τυπικά, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και με το βλέμμα στο ουράνιο, την ενεργειακή πρώτη ύλη του μέλλοντος. Δύσκολα μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει τέτοιου είδους συνέχεια. Δεν υπάρχει καν συνέχεια στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Αλλαγή κυβέρνησης δεν σημαίνει, ασφαλώς, ανακλήσεις πρέσβεων και νέους διορισμούς την επόμενη μέρα, αλλά όταν έρθει η ώρα των τοποθετήσεων η επιλογή θα γίνει με βάση προσωπικές συμπάθειες, ιδεολογικές συγγένειες και διασυνδέσεις. Ο Κάρολος Παπούλιας, ως υπουργός Εξωτερικών, είχε επιλέξει ως στενούς του συνεργάτες τους εμπειρογνώμονες τότε του υπουργείου, Γιάννη Βαληνάκη (υφυπουργό Εξωτερικών σήμερα) και Γιώργο Δημητρακόπουλο (ευρωβουλευτή της Ν.Δ.). Ο Χρήστος Ζαχαράκης είναι επίσης μία προσωπικότητα της διπλωματίας που έτυχε διακομματικής αποδοχής. Αλλά πρόκειται για εξαίρεση. Ο κανόνας είναι ότι ο υπουργός Εξωτερικών σχηματίζει έναν κύκλο εμπίστων, που σε κάποιες περιπτώσεις αποκτά και χαρακτηριστικά «αυλής». Για το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών η αλλαγή κυβέρνησης δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Η «γραμμή» είναι σταθερή και υπηρετείται από μία πανίσχυρη γραφειοκρατία με υψηλό κύρος και χαρακτηριστικά θεσμού. Βέβαια, στην Τουρκία τον πρώτο λόγο στα εθνικά θέματα έχει το ισχυρό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, στο οποίο συμμετέχει και ο στρατός. Συνεπώς δεν υπάρχουν σοβαρές αναλογίες. Αλλά, σε μεγάλο βαθμό, ανάλογη σταθερότητα στα θέματα εξωτερικής πολιτικής υπάρχει και στη Βρετανία ή στις ΗΠΑ, ακριβώς γιατί υπάρχει ο μηχανισμός που θα τη διασφαλίσει.

Ετικέτες

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα