23.3.07

ΗΠΑ: επιστροφή στο δόγμα του Τζορτζ Κέναν




Εχουν περάσει σχεδόν τέσσερα χρόνια από την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ για την εξουδετέρωση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ. Η αμερικανική δημόσια γνώμη, καθώς και οι επώνυμοι / επίλεκτοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία έχουν φτάσει στο συμπέρασμα ότι η όλη επιχείρηση ήταν ένα κολοσσιαίο λάθος με άκρως επώδυνες συνέπειες.
Οι νεοσυντηρητικοί εμπνευστές της αναθεωρητικής πολιτικής της υπερδύναμης στη Μέση Ανατολή (Τσένι, Ράμσφελντ, Γούλφοβιτς, Φέιθ, Περλ κ.ά.), περνούν πλέον τμηματικά στο περιθώριο. Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 2006, την καθαρή νίκη των Δημοκρατικών και τη λαϊκή καταδίκη της αδεξιότητας της κυβέρνησης Μπους έχει γίνει κοινή συνείδηση ότι η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ πρέπει να αλλάξει ριζικά.
Ο πρόεδρος Μπους κατηγορείται ότι αποσπασματικά και άκριτα εξαπέλυσε έναν πόλεμο που έχει παγιδεύσει τις ΗΠΑ σε μια μακροχρόνια εμπλοκή στην καρδιά της Δυτικής Ασίας. Εγκριτοι πολιτικοί και σχολιαστές στα Μέσα Ενημέρωσης επαναλαμβάνουν εν χορώ ότι ο πρόεδρος πήρε δραστικές αποφάσεις, χωρίς περίσκεψη, βασίστηκε σε πρόχειρη και επιλεκτική πληροφόρηση, αδιαφόρησε για τις σοβαρές ενστάσεις σημαντικών Ευρωπαίων εταίρων, μείωσε διεθνώς το κύρος της χώρας του, πάσχοντας από ισχυρές δόσεις αλαζονείας (στα όρια του σολιψισμού) και πιστεύοντας ότι τα δόγματα του "προληπτικού πολέμου" και της "αλλαγής καθεστώτος" θα κατέληγαν γρήγορα και ανώδυνα στην επιβολή του δημοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης σε χώρες όπως το Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Ιράν, η Συρία και η Βόρεια Κορέα.
Σε πρόσφατο και αξιοπρόσεκτο βιβλίο του1 ο ερευνητής του Woodrow Wilson International Center of Scholars, Robert Litwak, προτείνει έναν ήπιο και συνετό τρόπο απεμπλοκής των ΗΠΑ από το σημερινό αδιέξοδο της ευρύτερης Μέσης Ανατολής. Συνεπάγεται την επιστροφή στη σκέψη και τις αρχές του κορυφαίου μεταπολεμικού στοχαστή, ιστορικού και διπλωμάτη, Τζορτζ Κέναν. Από το 1947, ο Κέναν με το δόγμα του για την ανάσχεση (containment) της Σοβιετικής Ενωσης, είχε δείξει τον δρόμο για τη σωστή αντιμετώπιση των αντιπάλων των ΗΠΑ. Το δόγμα του βασιζόταν στη διατήρηση επαρκών στρατιωτικών δυνάμεων για την αποτροπή του πειρασμού των Σοβιετικών να εισβάλουν (με τις τεράστιες συμβατικές δυνάμεις τους) στην ευάλωτη δυτική Ευρώπη του μεταπολέμου. Περικυκλώνοντας το σοβιετικό μπλοκ με μια αλυσίδα αλληλοσυνδεόμενων συμμαχιών, οι ΗΠΑ, ακολουθώντας τον Κέναν, επέλεξαν συνειδητά μια πολιτική συλλογικής (και όχι μονομερούς) άμυνας. Στο μεσοδιάστημα του Ψυχρού Πολέμου η τέχνη της διπλωματίας κινήθηκε προς την κατεύθυνση της σταθεροποίησης των σχέσεων των δύο εχθρικών μπλοκ σε έναν κόσμο αμοιβαίου πυρηνικού τρόμου. Με την πάροδο του χρόνου –στη δεκαετία του 1970– η διπολική σχέση εξελίχθηκε σε σύστημα ειρηνικής συνύπαρξης των αντιπάλων. Μακροχρόνια –και χωρίς τη χρήση στρατιωτικής βίας– το σοβιετικό καθεστώς κατέρρευσε κάτω από το βάρος της γραφειοκρατικής συντήρησης κομμουνιστικού τύπου.
Ο Λίτγουακ θεωρεί ότι οι ΗΠΑ, στην περίπτωση του Ιράκ, θα έπρεπε να είχαν προσαρμόσει το κενανικό δόγμα της ανάσχεσης στα μέτρα του εχθρικού καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν. Και αντί να επιδιώξουν την «αλλαγή καθεστώτος» να ασκήσουν πίεση –οικονομική και διπλωματική– ώστε να πετύχουν την "αλλαγή συμπεριφοράς". Ρητορικές κορόνες του τύπου «ο άξονας του κακού» και "τυχοδιωκτικά καθεστώτα" θα έπρεπε να αποφεύγονται και οι διπλωματικές επαφές με ανταγωνιστές (ακόμη και εχθρούς) να θεωρούνται απαραίτητα στοιχεία μιας σωστά εφαρμοσμένης πολιτικής των συνταγών του Τζορτζ Κέναν.
Ηδη βλέπουμε την εξωτερική πολιτική του Λευκού Οίκου να κινείται δειλά δειλά, προς την κατεύθυνση της σύνεσης, καθώς ανοίγονται προοπτικές συλλογικών διαπραγματεύσεων στην Βόρεια Κορέα, στο Ιράν και στη Συρία. Και, βεβαίως, φαίνεται να γίνεται επιτέλους αντιληπτό ότι χωρίς μια λύση δύο αμοιβαία αναγνωρισμένων κρατών (Ισραήλ και Παλαιστίνης), η προοπτική της μείωσης της τρομοκρατικής δράσης ακραίων ισλαμιστών πρέπει να θεωρείται αδύνατη. Την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενος, ο Λευκός Οίκος εγκαταλείπει –προσωρινά τουλάχιστον– την απλουστευτική πολιτική αλλαγής καθεστώτων και επιλέγει την αλλαγή συμπεριφορών, προσφέροντας ουσιαστικά κίνητρα στους αντιπάλους. Για παράδειγμα, προτείνεται στη Βόρεια Κορέα να τερματίσει το πρόγραμμα των πυρηνικών της εξοπλισμών με έμμεσο αντάλλαγμα τη διατήρηση του Κιμ Τζονγκ Ιλ στην εξουσία, και με ένα γενναιόδωρο πρόγραμμα οικονομικής βοήθειας, καθώς και ομαλοποίησης των σχέσεων Βορρά-Νότου στην Κορεατική Χερσόνησο.
Στο μέλλον πολλά θα κριθούν από την τύχη της πρόσφατης προσπάθειας σταθεροποίησης στη Βαγδάτη με το περιβόητο "ξέσπασμα" (surge). Αν, όπως δείχνουν τα πράγματα, ο εμφύλιος σπαραγμός συνεχιστεί με τους τραγικούς του ρυθμούς, καθώς Βρετανοί, Πολωνοί, Δανοί, Λιθουανοί και άλλοι σύμμαχοι αποχωρούν σταδιακά από τα πεδία των μαχών και η αντιπολίτευση των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο κλιμακώνεται, το εύρος των επιλογών του απερχόμενου Αμερικανού προέδρου θα εκμηδενιστεί. Βεβαίως το "παράλογο" στις διεθνείς σχέσεις –όπως μας θυμίζει συχνά ο Βύρων Θεοδωρόπουλος– δεν μπορεί να αποκλειστεί. Τα δύο αμερικανικά αεροπλανοφόρα στην περιοχή του Περσικού Κόλπου, οι επαναλαμβανόμενες κατηγορίες ότι το Ιράν προμηθεύει στο Ιράκ εκρηκτικά που σκοτώνουν Αμερικανούς στρατιώτες, και η ανήσυχη στάση του Ισραήλ απέναντι στο πυρηνικό πρόγραμμα του προέδρου Αχμεντινετζάντ μπορεί να καταλήξουν στο λεγόμενο χειρουργικό πλήγμα με βομβαρδισμούς των περσικών πυρηνικών εγκαταστάσεων από τις ΗΠΑ ή και το Ισραήλ. Η αντίδραση του Ιράν σε μια τέτοια επιχείρηση θα προκαλέσει αναστάτωση στην παγκόσμια οικονομία. Αν, όπως απειλούν οι περσικές αρχές, σφραγιστούν τα στενά του Χορμούζ και αν οι πύραυλοι του Ιράν εκτοξευτούν εναντίον αμερικανικών στόχων στο Ιράκ και στον Κόλπο ή εναντίον εγκαταστάσεων και πόλεων του Ισραήλ, είναι βέβαιο ότι θα ανοίξουν οι παγκόσμιοι ασκοί του Αιόλου.
Ελπίδα μου και πρόβλεψη συγχρόνως είναι ότι στο τέλος –ύστερα από τα παθήματα στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν– θα πρυτανεύσει η λογική. Σε άρθρο μου στην "Καθημερινή" (9 Φεβρουαρίου 2003), πριν εξαπολυθεί η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ, έγραφα: "Αν δεχτούμε την παραπάνω ανάλυση της καταστάσεως, φθάνουμε στο αντιορθολογικό και συγχρόνως το παράδοξο της σχεδιαζόμενης αμερικανικής επιχείρησης. Σύμφωνα με όλους τους κανόνες του κλασικού ρεαλισμού, οι μεγάλες δυνάμεις –με δεδομένη την ισχύ και τα συναφή προνόμια που διαθέτουν– έχουν κάθε λόγο να επιλέγουν συντηρητικές πολιτικές διατήρησης του παγκοσμίου στάτους κβο. Η επιχείρηση αντι-Σαντάμ, αντιθέτως, εμπεριέχει σοβαρότατα στοχεία διεθνούς αποσταθεροποίησης, με άλλα λόγια 'αμερικανικού αναθεωρητισμού'".


1. Robert Litwak, "Regime Change: US Strategy through the Prism of 9/11", Baltimore, Johns Hopkins University Press, 2007.


Ο καθηγητής Θ. Κουλουμπής είναι αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ και επισκέπτης ερευνητής στο Woodrow Wilson International Center for Scholars της Washington, D.C.

Ετικέτες

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα