18.8.08

Προπαγάνδα - Η άγνωστη πτυχή μιας ένοπλης σύγκρουσης

Εκτός από τις επιχειρήσεις στο πεδίο της μάχης και τις εκατέρωθεν ηλεκτρονικές επιθέσεις, η σύγκρουση Γεωργίας-Ρωσίας ανέδειξε και το σημαντικό παράγοντα των ψυχολογικών επιχειρήσεων (ΨΕΠ). Οι ΨΕΠ μπορούν να διακριθούν σε 3 κατηγορίες με βάση το "στόχο" οπότε και εφαρμόζονται ανάλογα:
1. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει τον εχθρό και τους υποστηρικτές του. Οι ΨΕΠ αποσκοπούν στην άσκηση προπαγάνδας για το περιορισμό της διάθεσης αντίστασης ή συνέχισης των συγκρούσεων.
2. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι πολίτες και οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας που διεξάγει τις ΨΕΠ με σκοπό την εμπέδωση της πίστης στο δίκαιο και αίσιο τέλος του αγώνα, τη μεγιστοποίηση των προσπαθειών και τη θωράκιση έναντι των εχθρικών ΨΕΠ.
3. Η τρίτη κατηγορία αφορά συμμαχικές ή φίλιες χώρες και ομάδες ανθρώπων. Οι ΨΕΠ αποσκοπούν στη συμπαράσταση και υποστήριξη τους.
Η προπαγάνδα ανάλογα με τη πηγή που τη παρουσιάζει, μπορεί να διακριθεί σε 3 είδη:
Α. Η λευκή προπαγάνδα διεξάγεται από πηγή που γνωστοποιεί τη ταυτότητά της και είναι γνωστή στο στόχο. Η επισημότητα της πηγής και το κύρος του μεταδιδόμενου μηνύματος αποτελούν τα βασικά της πλεονεκτήματα.
Β. Η φαιά προπαγάνδα διεξάγεται από άγνωστη πηγή,οπότε προσεγγίζει ευκολότερα το στόχο ενώ χρησιμοποιεί μεθόδους κυρίως επίκλησης στο συναίσθημα και μέσα που δεν υπόκεινται σε κανόνες δικαίου και ηθικής.
Γ. Η μαύρη προπαγάνδα διεξάγεται από πηγή με ψεύτικη ταυτότητα η οποία παρουσιάζεται από ουδέτερη ως φιλική ενώ στη πραγματικότητα είναι εχθρική. Αποτελεί τη πιο ακραία μορφή προπαγάνδας, εκμεταλλεύεται τυχόν αδυναμίες στο στρατόπεδο του αντιπάλου και χρησιμοποιεί συχνά μέσα όπως διασπορά ψευδών ειδήσεων, φημών, πλαστογραφία κλπ.
Διαβάστε: Gustave Le Bon, "Ψυχολογία των Μαζών", εκδ. Ζήτρος, 1996.

Ετικέτες ,

4.3.08

Ηλεκτρονικός Πόλεμος (ΗΠ)


Προ ημερών εγκαινιάσθηκε στη Λάρισα η νεοσύστατη Σχολή Ηλεκτρονικού Πολέμου (ΣΗΠ) από τον διοικητή της 1ης Στρατιάς. Η ΣΗΠ αναμένεται καλύψει κενά που υπάρχουν στο τομέα αυτό και να ενισχύσει σημαντικά τις μονάδες που εχουν ως αποστολή τη διεξαγωγή επιχειρήσεων ΗΠ. Ως ΗΠ περιγράφονται όλες εκείνες οι στρατιωτικές ενέργειες που γίνονται για την εκμετάλλευση του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος και περιλαμβάνουν την έρευνα, υποκλοπή και αναγνώριση των ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών του εχθρού, τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων για τον περιορισμό ή την παρεμπόδιση της χρήσης του ηλεκτρονικού φάσματος από τον εχθρό και τις ενέργειες για την εξασφάλιση της χρησιμοποίησής του από τις φίλιες δυνάμεις. Διακρίνονται σε:
1. Μέτρα υποστήριξης ΗΠ (ESM)
2. Ηλεκτρονικά Αντίμετρα (ECM)
3. Ηλεκτρονικά Μέτρα Προστασίας (EPM)

Ετικέτες

8.10.07

Ψυχολογικές επιχειρήσεις (Psychological Operations / PSYOPS)


Οι ψυχολογικές επιχειρήσεις αποτελούν την ανθρώπινη πλευρά του πληροφοριακού πολέµου. Υπάρχουν τρεις κατηγορίες ψυχολογικού πολέµου:
(1) Επιχειρήσεις ενάντια στην εθνική βούληση,
(2) Επιχειρήσεις ενάντια στους αντιπάλους ∆ιοικητές και
(3) Επιχειρήσεις ενάντια στο ηθικό των στρατιωτών στο πεδίο της µάχης.
Σε όλες τις παραπάνω επιχειρήσεις χρησιµοποιούνται ηλεκτρονικά µέσα, κυρίως τα ΜΜΕ, σε συνδυασµό µε άλλες τεχνικές για την επίτευξη του αντικειµενικού σκοπού. Οι ψυχολογικές επιχειρήσεις ξεφεύγουν του αντικειµένου του άρθρου και δεν κρίνεται σκόπιµο να τύχουν µεγαλύτερης ανάλυσης.
Οι τακτικές των PSYOPS διακρίνονται σε «Λευκές PSYOPS», κάτι που δηλώνει ανοικτά και με ακρίβεια ποιος είναι ο χορηγός του προϊόντος και «Μαύρες PSYOPS»- οι Ψυχολογικές Επιχειρήσεις που εμφανίζονται ότι παράγονται από μία πηγή, όμως για την ακρίβεια δημιουργούνται από κάποια άλλη.
Στην Ελλάδα λειτουργεί εξειδικευμένη Πτέρυγα Ψυχολογικών Επιχειρήσεων (ΠΨΕ) στη Σχολή Διοίκηση και Επιτελών (ΣΔΙΕΠ).

Ετικέτες

29.8.07

Περί Ασύμμετρων Απειλών



Ως ασύμμετρες απειλές (asymmetric threats) ορίζονται οι απειλές εκείνες που στοχεύουν στην υπονόμευση της ισχύος ενός αντιπάλου και οι οποίες στηρίζονται στην εκμετάλλευση των αδυναμιών του με χρήση μέσων που διαφέρουν σημαντικά από τον συνήθη συμβατικό τρόπο διεξαγωγής επιχειρήσεων του αντιπάλου. O ορισμός που δίνει η Στρατιωτική Επιτροπή του ΝΑΤΟ (MC 161, Ιανουάριος 2002): " ...any unpredictable threat which attack high value assets (for instance, military installations, mass of population, bridges, telecommunications assets, ports, electricity bases and other like that) in order to make confusion and instability...». Ο όρος "ασύμμετρη απειλή" έκανε την εμφάνισή του στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και συνιστά την μη-παραδοσιακή απειλή προς κυβερνήσεις και συλλογικούς οργανισμούς άμυνας και ασφάλειας. Οι απειλές αυτές δεν ενέχουν τον κίνδυνο ενός μεγάλου συμβατικού πολέμου εναντίον των δυνάμεων του ανεπτυγμένου κόσμου, ωστόσο ενέχουν ισάξιους, ίσως και μεγαλύτερους, κινδύνους για τους πληθυσμούς και τις κυβερνήσεις τους.
Οι ασύμμετρες απειλές εμπεριέχουν τη χρήση του αιφνιδιασμού σε όλες του τις διαστάσεις και τη χρήση όπλων με τρόπους, που δεν προβλέπονται, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, στη σχεδίαση και τα σενάρια των οργανωμένων κρατών. Επίσης περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο ένας αντίπαλος να σχεδιάσει μία στρατηγική, η οποία να μεταβάλλει ριζικά το πεδίο στο οποίο εκτυλίσσεται η σύγκρουση, καθώς από την μία βρίσκεται ένα οργανωμένο κράτος και από την άλλη έχουμε «ομάδες» συμφερόντων ή τρομοκρατών. Ο αυξανόμενα τεχνολογικός πολιτισμός μας και η επικέντρωση των δραστηριοτήτων σε μεγάλα αστικά κέντρα, με υψηλή συγκέντρωση πληθυσμού, αυξάνουν και την τρωτότητα στις ασύμμετρες απειλές. Ζούμε σε κοινωνίες που βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην ομαλή συνεργατική λειτουργία μεγάλου αριθμού συστημάτων και λειτουργιών (συγκοινωνίες, ενέργεια, επικοινωνίες, υδροδότηση, διατροφή, υγεία και περίθαλψη, διατήρηση της δημόσιας τάξης, οικονομία και εμπόριο, εθνική άμυνα κ.λ.π.). Η αποδυνάμωση μιας ή περισσοτέρων συνιστωσών, ως αποτέλεσμα μιας καταστροφής μεγάλης έκτασης, μπορεί να οδηγήσει στην κατάρρευση του κρατικού μηχανισμού, με απρόβλεπτες συνέπειες.
Οι ασύμμετρες απειλές μπορούν να λάβουν πολλές μορφές ανάλογα με τους στόχους και τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν για την επίτευξή τους και οι συνέπειες τους μπορεί να είναι τόσο σε στρατηγικό όσο και σε τακτικό επίπεδο. Σε στρατηγικό επίπεδο μια ασύμμετρη προσέγγιση αποσκοπεί στην εκμετάλλευση των φόβων των πολιτών ώστε να αποδυναμώσει τις δημοκρατικές διαδικασίες, να υπονομεύσει την κυβέρνηση ή να εκθέσει τους συμμάχους της. Οι απειλές έχουν ένα ισχυρό ψυχολογικό καθώς και φυσικό επακόλουθο. Σε τακτικό επίπεδο, ένας αντίπαλος μπορεί να επιδιώκει να μας αναγκάσει σε αλλαγή πορείας ή τακτικής, προβαίνοντας σε επιθέσεις τις οποίες θα δυσκολευτούμε να αντιμετωπίσουμε και να εμποδίσουμε.
Θεωρείται βέβαιο ότι στο εξής οι περισσότερες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει η Δύση θα προέρχονται από ασύμμετρες απειλές αλλά και ότι αυτές οι απειλές θα δρομολογούνται από διάφορες και ταυτόχρονες πηγές. Η πιθανότητα μιας συμβατικής τρομοκρατίας και σύγκρουσης χαμηλής έντασης που θα συνοδευτεί ή συνδυαστεί με επιθέσεις σε υποδομές και συστήματα πληροφορικής, καταστρέφοντας ζωτικά συστήματα εμπορικών, στρατιωτικών και κυβερνητικών επικοινωνιών και πληροφοριών είναι μεγάλη. Μια τέτοια απειλή θα έχει αποτελέσματα δυσανάλογα με τα χρησιμοποιούμενα μέσα για την υλοποίησή της.
Για την αντιμετώπιση των ανωτέρω προβλημάτων και απειλών, απαιτείται η θεσμική και οργανωτική ενίσχυση των μηχανισμών ασφάλειας και αντιμετώπισης εκτάκτων καταστάσεων. Καθώς οι ασύμμετρες απειλές ενέχουν το στοιχείο του αιφνιδιασμού καθίσταται αναγκαία η ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού συστήματος πληροφοριών που θα μπορέσει να προειδοποιήσει για τον οποιονδήποτε κίνδυνο και να μειώσει τις πιθανές καταστροφικές συνέπειες. Γι΄ αυτό απαιτείται η βελτίωση των ικανοτήτων των υπηρεσιών πληροφοριών.
Γενικότερα οι εξελίξεις στο επίπεδο των ασύμμετρων απειλών θα οδηγήσουν τις ένοπλες δυνάμεις των κρατών να αλλάξουν μορφή, προκειμένου να αντεπεξέλθουν στις επιχειρησιακές απαιτήσεις των συγκρούσεων αυτών και ταυτόχρονα να διατηρήσουν τον κύριο ρόλο τους. Η χώρα που θα βρεθεί απροετοίμαστη να αντιμετωπίσει εχθρικές ενέργειες και από ασύμμετρες απειλές, ενδέχεται να αφήσει ακάλυπτο ένα ευρύ φάσμα επιλογών στη διαχείριση κρίσεων και την αντιμετώπιση προκλήσεων.
Οι βασικότερες μορφές ασύμμετρης απειλής είναι:
1. Η τρομοκρατία
2. Τα όπλα μαζικής καταστροφής
3. Το διεθνές οργανωμένο έγκλημα και η λαθρομετανάστευση
4. Η έκρηξη των τεχνολογιών πληροφορικής
Διαβάστε: Μαίρη Μπόση, Ζητήματα Ασφάλειας στη Νέα Τάξη Πραγμάτων, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1999.

Ετικέτες

30.7.07

Διεξαγωγή μάχης σε αστικό περιβάλλον



Η μάχη της Φαλούτζας, μαζί με τις συγκρούσεις που διαδραματίζονται στις πόλεις των σιιτών και στις φτωχογειτονιές της Βαγδάτης, είναι κρίσιμη δοκιμή όχι μόνο για την αμερικανική πολιτική στο Ιράκ αλλά και για τη δυνατότητα της Ουάσιγκτον να κατισχύσει στο "κύριο πεδίο μάχης του μέλλοντος", όπως το θεωρούν οι αρμόδιοι του Πενταγώνου για το σχεδιασμό: στην πόλη του Τρίτου κόσμου. Η καταστροφή του Μογκαντίσου το 1993, όταν οι πολιτοφυλακές των γειτονιών προκάλεσαν απώλειες της τάξης του 60% στο επίλεκτο σώμα των καταδρομέων, ανάγκασε τους αμερικανούς στρατηγούς να επανεξετάσουν τις επιχειρήσεις που οι άνθρωποι του Πενταγώνου αποκαλούν "στρατιωτικές επιχειρήσεις σε αστικοποιημένη περιοχή". Τελικά, η εθνική επιτροπή για την άμυνα επέπληξε στον απολογισμό της το Δεκέμβριο του 1997 τον στρατό ως απροετοίμαστο για τον παρατεταμένο αγώνα στους σχεδόν αδιάβατους, λαβυρινθώδεις δρόμους των φτωχών πόλεων του Τρίτου κόσμου. Κατά συνέπεια, τα τέσσερα σώματα των ενόπλων δυνάμεων, υπό τη συντονιστική αρχή της Ομάδας Εργασίας Πόλεων του γενικού επιτελείου, εισήγαγαν εντατικά προγράμματα εκπαίδευσης, για να εντρυφήσουν στις οδομαχίες, προσομοιώνοντας τις πραγματικές τριτοκοσμικές συνθήκες. "Το μέλλον του πολέμου", διακηρυσσόταν στο περιοδικό της πολεμικής σχολής του στρατού, "βρίσκεται στους δρόμους, στους υπονόμους, στα πολυώροφα κτίρια και στο συνονθύλευμα των σπιτιών που αποτελούν τις καταστραμμένες πόλεις του κόσμου".

Ισραηλινοί σύμβουλοι κλήθηκαν διακριτικά να διδάξουν τους πεζοναύτες, τους καταδρομείς του στρατού και τους κομάντο του ναυτικού τις προηγμένες τακτικές (ειδικά τον περίπλοκο συντονισμό του ελεύθερου σκοπευτή και των ομάδων καταστροφών με τον βαρύ οπλισμό και τη συντριπτική δύναμη αέρος) που τόσο αδίστακτα χρησιμοποιούνται από τις ισραηλινές δυνάμεις στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη. Σκηνικά από αστικές περιοχές (πλήρη, με καπνούς και συστήματα ήχου) κατασκευάστηκαν, για να προσομοιώσουν τις συνθήκες της μάχης στις πυκνοκατοικημένες γειτονιές πόλεων, όπως η Βαγδάτη ή το Πορτ ο Πρενς. Το Εργαστήριο Πολεμικών Επιχειρήσεων Πόλεων του σώματος των πεζοναυτών οργάνωσε επίσης ρεαλιστικά πολεμικά παιχνίδια ("Πολεμιστής πόλεων") στο Όκλαντ και στο Σικάγο, ενώ η Διοίκηση Ειδικών Επιχειρήσεων του στρατού "εισέβαλε" στο Πίτσμπουργκ. Σήμερα, πολλοί πεζοναύτες μέσα στη Φαλούτζα έχουν συμμετάσχει στα γυμνάσια του "Πολεμιστή πόλεων", καθώς και στην εικονική μάχη της Γιόνταβιλ (κέντρο αστικής εκπαίδευσης στη Γιούμα της Αριζόνας), ενώ μερικές από τις μονάδες στρατού που περικυκλώνουν τη Νατζάφ και το Σαντρ Σίτι, την παραγκούπολη της Βαγδάτης, έχουν εκπαιδευτεί με τον νέο προσομοιωτή στρατιωτικών επιχειρήσεων σε αστικοποιημένη περιοχή -αξίας 34 εκατομμυρίων δολαρίων- στο Φορτ Πολκ της Λουϊζιάνας. Αυτή η τακτική "ισραηλινοποίησης" του αμερικανικού δόγματος ένοπλης σύγκρουσης συνοδεύεται από την αποκαλούμενη "σαρονοποίηση" ("Sharonization") της κοσμοθεωρίας του Πενταγώνου. Οι στρατιωτικοί θεωρητικοί καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια να φανταστούν πώς οι αυξανόμενες δυνατότητες του πολέμου υψηλής τεχνολογίας μπορεί να αναχαιτίσουν, εάν όχι να αφανίσουν τις χρόνιες "τρομοκρατικές" εξεγέρσεις που προκαλεί η απόγνωση στις διογκούμενες φτωχογειτονιές των μεγαλουπόλεων.

Προκειμένου να συμβάλουν στην ανάπτυξη ενός γεωπολιτικού πλαισίου για τους πολέμους πόλεων, οι στρατιωτικοί αρμόδιοι για το σχεδιασμό κατά τη δεκαετία του '90 στράφηκαν στην εταιρεία RAND, η οποία έχει πιάσει τις πόλεις με προσήλωση. Οι ερευνητές της επεξεργάζονται τις στατιστικές εγκλήματος στις πόλεις, τη δημόσια υγεία στις πόλεις και την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας εκπαίδευσης. Διευθύνουν επίσης το κέντρο Arroyo του στρατού, που πρόσφατα δημοσίευσε μελέτες για το πλαίσιο και την τεχνική πλευρά του πολέμου πόλεων, μελέτες οι οποίες φτάνουν να γεμίσουν μια μικρή βιβλιοθήκη. Ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της RAND, που ξεκίνησε στις αρχές του 1990, είναι η εκτεταμένη μελέτη "πώς οι δημογραφικές αλλαγές επηρεάζουν τις μελλοντικές συγκρούσεις". Το συμπέρασμα, σύμφωνα με τη RAND, είναι ότι η αστικοποίηση της παγκόσμιας φτώχειας έχει προκαλέσει την "αστικοποίηση της εξέγερσης" (όπως είναι, στην πραγματικότητα, ο τίτλος της έκθεσής της). "Οι εξεγερμένοι ακολουθούν τους οπαδούς τους στις πόλεις", προειδοποιεί η RAND, "δημιουργώντας απελευθερωμένες ζώνες στις αστικές παραγκουπόλεις. Ούτε το αμερικανικό δόγμα, ούτε η εκπαίδευση, ούτε ο εξοπλισμός έχουν σχεδιαστεί για το ρόλο της αστικής αντιεξέγερσης". Κατά συνέπεια, η φτωχογειτονιά έχει καταστεί ο πιο αδύναμος κρίκος στην αμερικανική αυτοκρατορία. Οι ερευνητές της RAND αναλογίζονται το παράδειγμα του Ελ Σαλβαδόρ, όπου ο τοπικός στρατός, παρά την ογκώδη αμερικανική υποστήριξη, ήταν ανίκανος να εμποδίσει τους αντάρτες του Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης Φαραμπούντο Μαρτί να ανοίξουν μέτωπο στις πόλεις. Μάλιστα, "εάν οι επαναστάτες του Φαραμπούντο Μαρτί είχαν λειτουργήσει αποτελεσματικά μέσα στις πόλεις νωρίτερα στην εξέγερση, είναι αμφισβητήσιμο πόσα θα μπορούσαν να έχουν κάνει οι Ηνωμένες Πολιτείες, για να βοηθήσουν έστω να διατηρηθεί το αδιέξοδο μεταξύ της κυβέρνησης και των εξεγερμένων".

Πιο πρόσφατα, ένας κορυφαίος θεωρητικός της πολεμικής αεροπορίας έθιξε παρόμοια θέματα στο "Aerospace Power Journal". "Η γρήγορη αστικοποίηση στις αναπτυσσόμενες χώρες", γράφει ο σμηναγός Τρόι Τόμας στο τεύχος της άνοιξης του 2002, "οδηγεί σε ένα πεδίο μάχης, το οποίο μπορούμε να γνωρίζουμε όλο και λιγότερο, δεδομένου ότι είναι όλο και συχνότερα μη σχεδιασμένο". Ο Τόμας αντιπαραβάλλει τους σύγχρονους ιεραρχικούς αστικούς πυρήνες, των οποίων οι συγκεντρωμένες υποδομές εξαρθρώνονται εύκολα είτε με αεροπορικές επιδρομές (Βελιγράδι) είτε με τρομοκρατικές επιθέσεις (Μανχάταν), με τα άναρχα δομημένα περίχωρα στις παραγκουπόλεις του Τρίτου κόσμου, τα οποία οργανώνονται βάσει άτυπων, αποκεντρωμένων υποσυστημάτων, "για τα οποία κανένας χάρτης δεν υπάρχει και των οποίων τα σημεία ισχύος δεν δύνανται να διακριθούν εύκολα". Φέρνοντας ως παράδειγμα τη "θάλασσα της αστικής βρομιάς" που περιβάλλει το Καράτσι του Πακιστάν, ο Τόμας απεικονίζει την κλιμακούμενη πρόκληση του "ασύμμετρου αγώνα", μέσα στις "χωρίς κόμβους και ιεραρχία" αστικές εκτάσεις, ενάντια στις πολιτοφυλακές που έρεισμά τους είναι οι φατρίες και κινητήρια δύναμή τους η απόγνωση και η οργή. Αναφέρεται στις ολοένα αυξανόμενες φτωχογειτονιές του Λάγκος στη Νιγηρία και της Κινσάσας στο Κονγκό ως άλλα πιθανά εφιαλτικά πεδία μάχης.

Ετικέτες

22.2.07

Θεωρία Ανταρτοπολέμου



Το ΝΑΤΟ ορίζει τον ανταρτοπόλεμο ως «στρατιωτικές και παραστρατιωτικές επιχειρήσεις που διεξάγονται σε κατεχόμενες από τον εχθρό ή και σε εχθρικές περιοχές από άτακτες, βασικά ντόπιες δυνάμεις». Η διαφορά ανάμεσα στον ανταρτοπόλεμο και την τρομοκρατία είναι ότι ο ανταρτοπόλεμος προσπαθεί να πλήξει τις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας του αντιπάλου ως σύνολο, με τελικό στόχο την κατοχή του επίμαχου εδάφους, ενώ η τρομοκρατία συνίσταται σε μεμονωμένα χτυπήματα που σε μεγάλο βαθμό στρέφονται εναντίον μη στρατιωτικών στόχων και δεν συνδυάζονται άμεσα με προσπάθεια κατοχής εδάφους.
Όσον αφορά τα χαρακτηριστικά του ανταρτοπολέμου, ο Τσε Γκεβάρα υποστηρίζει ότι πρόκειται για μια μορφή πολέμου και επομένως έχει τα βασικά χαρακτηριστικά του τελευταίου (υποταγή στον πολιτικό σκοπό, αυξημένη σημασία της τριβής και της τύχης, καίριος ρόλος του στρατιωτικού διοιηκητή κλπ.). Το κυριότερο όμως χαρακτηριστικό είναι ότι πρόκειται για έναν πόλεμο χωρίς σταθερές. Το έμψυχο υλικό είναι μαζεμένο στην τύχη, ενώ η δομή και η πειθαρχία είναι υποτυπώδεις. Ένα άλλο χαρακτηριστικό του ανταρτοπολέμου είναι οι περιορισμένοι πόροι των δυνάμεων που τον διεξάγουν. Στον ανταρτοπόλεμο κατέφευγαν ανέκαθεν αυτοί που ήξεραν ότι δεν μπορούσαν να κερδίσουν έναν συμβατικό πόλεμο. Επίσης πρωταρχικός στόχος των ανταρτών είναι η επιβίωση. Μάχη δίνουν μόνο αν η επιτυχία είναι εξασφαλισμένη, αν υπάρχει κέρδος σε εφόδια και αν οι απώλειες είναι λίγες. Σημαντικό ρόλο όμως παίζει και η μορφολογία του εδάφους και η καλή γνώση του εδάφους από τους μαχητές. Από τα διάφορα είδη εδάφους, είναι γνωστό ότι οι ορεινοί όγκοι, οι ζούγκλες και τα δάση ευνοούν τον ανταρτοπόλεμο. Το ίδιο όμως ισχύει και για τις ελώδεις περιοχές. Ακόμα για την επιτυχία ενός αντάρτικου κινήματος η υποστήριξη του πληθυσμού θεωρείται αναγκαίος όρος, δηλαδή οι αντάρτες χρειάζονται την λαϊκή υποστήριξη.
Η στρατηγική του ανταρτοπολέμου συνίσταται στην αποκέντρωση δυνάμεως. Οι αντάρτες έχουν την ικανότητα να βρίσκονται πανταχού παρόντες. Οι αντάρτικες δυνάμεις συγκεντρώνονται στα πλαίσια συγκεκριμένων επιχειρήσεων, αλλά η συγκέντρωση αυτή καλύπτει περιορισμένο χώρο και γίνεται για περιορισμένο χρόνο. Σε επιχειρησιακό επίπεδο, ο ανταρτοπόλεμος χαρακτηρίζεται από έμφαση στην ευκινησία, τον αιφνιδιασμό και τη νυχτερινή δράση, ιδίως όταν το έδαφος είναι δυσμενές για τους αντάρτες. Τέλος, η συνηθέστερη μορφή τακτικών επιχειρήσεων του ανταρτοπολέμου είναι η ενέδρα.
Όσον αφορά τις διάφορες θεωρητικές προσεγγίσεις σχετικά με την διεξαγωγή και την αντιμετώπιση του ανταρτοπολέμου, πρώτα εξετάζεται η περίπτωση του συνταγματάρχη του τσαρικού στρατού Ντένις Νταβίντοφ. Το βασικό επιχείρημα του Νταβίντοφ είναι ότι η αυξημένη εξάρτηση των σύγχρονων στρατών από την επιμελητεία αυξάνει την αποτελεσματικότητα του ανταρτοπολέμου. Στην συνέχεια εξετάζεται ο Κλαούζεβιτς που ασχολήθηκε με τον ανταρτοπόλεμο που εμφανίζεται ως κίνημα αντίστασης του πληθυσμού μιας χώρας σε εχθρική εισβολή. Σύμφωνα με τον Κλαούζεβιτς για να είναι αποτελεσματική μια γενική λαϊκή εξέγερση, θα πρέπει να πληρούνται πέντε προϋποθέσεις: α) ο πόλεμος να διεξάγεται στο εσωτερικό της χώρας, β) να μην τελειώνει με ένα μοναδικό πλήγμα, γ) το θέατρο επιχειρήσεων να είναι σχετικά μεγάλο, δ) ο εθνικός χαρακτήρας να ταιριάζει αυτό το είδος του πολέμου, ε) το έδαφος να είναι δύσβατο λόγω βουνών, δασών κλπ. Άλλος ένας θεωρητικός που ασχολήθηκε με τον ανταρτοπόλεμο είναι ο Λίντελ Χαρτ, ο οποίος υποστήριξε ότι η καταφυγή στον ανταρτοπόλεμο είναι ένας ιδεώδης τρόπος για να ξεπεραστεί το πυρηνικό αδιέξοδο, δηλαδή ο ανταρτοπόλεμος αποτελεί ίσως τον καλύτερο τρόπο χρήσης βίας για την επίτευξη πολιτικών στόχων.
Σχετικά με το αν χρειάζεται μακρά προπαρασκευή πριν την έναρξη του ανταρτοπολέμου, ο γνωστότερος οπαδός της είναι ο Μάο Τσε Τουνγκ, ο οποίος είδε τον ανταρτοπόλεμο ως επαναστατικό εργαλείο που θα μπορούσε αν επιφέρει την ανατροπή της κατεστημένης τάξης. Ο Τσε Γκεβάρα επηρεάστηκε και αυτός από τον Μάο αλλά σε αντίθεση με αυτόν πίστευε ότι μια επανάσταση μπορούσε να ξεκινήσει χωρίς εκτεταμένη προετοιμασία. Η αποτυχία των κινημάτων που ακολουθούσαν την προσέγγιση του Γκεβάρα, οδήγησε στη διατύπωση της θεωρίας του αντάρτικου των πόλεων από τον Βραζιλιάνο Κάρλος Μαριγκέλα. Ουσιαστικά η θεωρία αυτή συνίσταται στην υιοθέτηση του δόγματος της «εστίας», αλλά με το κέντρο του επαναστατικού αγώνα να μεταφέρεται στις πόλεις. Επιδίωξη των ανταρτών ήταν η αύξηση της κρατικής καταστολής προκειμένου να γενικευθεί η λαϊκή αντίδραση στο καθεστώς και να εκδηλωθεί γενική εξέγερση.
Ένα από τα αποτελεσματικότερα δόγματα αντιμετώπισης του ανταρτοπολέμου προέρχεται από τους Ρωμαίους. Οι Ρωμαίοι όταν αντιμετώπιζαν έναν ανταρτοπόλεμο φρόντιζαν να διατηρούν υπό τον έλεγχό τους τις καλύτερες περιοχές της χώρας, δίνοντας στους κατοίκους των περιοχών αυτών την επιλογή μεταξύ μιας σχετικά ομαλής ζωής υπό ρωμαϊκή κυριαρχία ή βέβαιιου θανάτου. Άλλος τρόπος αντιμετώπισης, σύμφωνα με τον σοβιετικό στρατάρχη Τουχατσέφσκι ήταν η χρήση της καταστολής με τη μορφή εκτοπίσεων καθώς και των αμοιβών παράλληλα με την καθιέρωση της συλλογικής ευθύνης των κατοίκων των διαφόρων οικισμών. Η βρετανική προσέγγιση για την αντιμετώπιση του ανταρτοπολέμου χαρακτηρίζεται από μεγάλο χρονικό ορίζοντα, έμφαση στην πολιτική προσπάθεια και λιγότερο στην ήττα των ανταρτών στο πεδίο της μάχης και περιορισμένη χρήση βίας από την αστυνομία. Το γαλλικό δόγμα αναφέρεται στην αντιμετώπιση κινημάτων με επαναστατική ιδεολογία. Στα πλαίσια αυτά η αντιπαράθεση της κυβέρνησης με τους επαναστάτες αντιμετωπίζεται ως μια πάλη του Καλού με το Κακό.
Όσον αφορά την τυπολογία των ανταρτοπολέμων, μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ ανταρτοπολέμου που διεξάγεται ανάμεσα σε αντάρτες και συμβατικές δυνάμεις και εκείνου μεταξύ αμιγώς αντάρτικων δυνάμεων. Στην περίπτωση που οι αντάρτες μάχονται εναντίον συμβατικών δυνάμεων μπορεί να γίνει διάκριση ανάλογα με το εάν ο πόλεμος είναι διεθνής ή εσωτερικός. Τέλος στην περίπτωση όπου οι αντάρτες αντιμετωπίζουν συμβατικές δυνάμεις γηγενών αντιπάλων μπορεί να γίνει διάκριση ανάλογα με το εάν οι αντίπαλοι αυτοί είναι αλλοεθνείς ή ομοεθνείς.
Σχετικά με την αποδοτικότητα του ανταρτοπολέμου, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι δεν αποτελεί από μόνος του υψηλή στρατηγική και η επιτυχία του εξαρτάται από τον συντονισμό του με τις άλλες πτυχές της στρατηγικής. Τέλος όσον αφορά το μέλλον του ανταρτοπολέμου, σύμφωνα με τον συγγραφέα, οι μέθοδοι των ανταρτών θα παραμείνουν βασικά οι ίδιες, αλλά θα υπάρξουν και προσαρμογές στις τεχνολογικές εξελίξεις. Η αύξηση της αστικοποίησης του πληθυσμού θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη καταφυγή στην τρομοκρατία, αλλά καθώς ο ανταρτοπόλεμος είναι πολιτικά αποτελεσματικότερος, τα σημαντικότερα κινήματα αναμένεται να χρησιμοποιήσουν έναν συνδυασμό και των δύο μεθόδων.

Διαβάστε: Sun Zu, "Η Τέχνη του Πολέμου", Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1995.

Ετικέτες