29.10.08

H μυστική επιχείρηση της ΚΥΠ για την ανακατάληψη της νήσου Σάσωνος εν μέσω Ψυχρού Πολέμου

Η νήσος Σάσων, που ιστορικά και γεωγραφικά ανήκει στο σύμπλεγμα των Iονίων νήσων, βρίσκεται στην είσοδο του κόλπου της Αυλώνας και αποτελεί μέγιστης σημασίας στρατηγικό σημείο καθώς ελέγχει τα στενά του Οτράντο. Το βραχώδες νησί έκτασης 4,5 τ.χλμ παραχωρείται με την Συνθήκη του Λονδίνου (1864) μαζί με τα νησιά του Ιονίου στην Ελλάδα όμως η ελληνική κυβέρνηση αδρανεί και η Σάσων ...εμφανίζεται να αποτελεί τουρκικό έδαφος, καθώς οι Τούρκοι κατείχαν τη πόλη της Αυλώνας. Το 1912 ο Αντιπλοίαρχος Kων/νος Γεωργαντάς, κυβερνήτης του ΠΗΝΕΙΟΣ, υψώνει στη Σασώνα την Eλληνική Σημαία και αποβιβάζει άγημα 25 στρατιωτών. Το 1914 με νόμο της κυβέρνησης Βενιζέλου η Σάσων μεταβιβάζεται στην Αλβανία και απομακρυνέται η Ελληνική Σημαία. Λίγες μέρες μετά, οι λιγοστές οικογένειες Eλληνόβλαχων βοσκών που κατοικούσαν το νησί σφαγιάζονται από τους Αλβανούς. Στη συνέχεια η νήσος καταλαμβάνεται από την Ιταλία και τη Γερμανία, αποτελώντας βάση υποβρυχίων κατά το Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο.
Με την υπογραφή της Συνθήκης των Παρισίων το 1947 η Ελλάδα προχωρά στη προσάρτηση των Δωδεκανήσων, όχι όμως και της Βορείου Ηπείρου, την οποία είχε απελευθερώσει ο Ελληνικός Στρατός με βαρύ φόρο αίματος. Το 1951 κατασκευάζεται ναυτική βάση με υπόγειες εγκαταστάσεις για τα πυρηνικά υποβρύχια του σοβιετικού στόλου. Στις 3 Δεκεμβρίου 1961 επέρχεται ρήξη των σχέσεων ΕΣΣΔ και Αλβανίας και διακόπτονται οι μεταξύ τους διπλωματικές σχέσεις. Τα Τίρανα απελαύνουν αστραπιαία όλους τους σοβιετικούς συμβούλους, προχώρουν σε επιστράτευση εφέδρων και κλείνουν τη ναυτική βάση, κατάσχοντας μάλιστα όλο το στρατιωτικό υλικό σοβιετικής προέλευσης που υπήρχε εκεί. Η Αλβανία παύει να είναι μέλος του Συμφώνου της Βαρσοβίας.
Η εξέλιξη αυτή κινητοποιεί την ελληνική πλευρά που αναγνωρίζει τη γεωστρατηγική σημασία της νήσου. Το 1962 οργανώνεται επιχείρηση ανακατάληψης της νήσου Σάσων με το κωδικό όνομα «ΑΝΤΙΠΑΤΡΕΙΑ» από την Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών σε συνεργασία με τις Ειδικές Δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού. Αντικειμενικός σκοπός της επιχείρησης είναι η ανακατάληψη της νήσου Σάσωνος, αν και αναφορές ήθελαν να αποτελεί προπομπό για την αναίμακτη ανακατάληψη της Βορείου Ηπείρου. Ο Κ. Γίγας, στέλεχος των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών, πραγματοποιεί δεκάδες αποστολές στην ευρύτερη ζώνη μεταξύ Σάσωνος και περιοχών της Β. Ηπείρου. Στην προετοιμασία της επιχείρησης, που κρατήθηκε μυστική από την τότε πολιτική ηγεσία, καθοριστικό ρόλο παίζουν ο διοικητής των ΛΟΚ Αντιστράτηγος Κ. Κόλλιας, ο αρχηγός της ΚΥΠ Αλ. Νάτσινας, ο Α/ΓΕΕΘΑ Στρατηγός Κων. Δόβας αλλά και ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ - τότε μητροπολίτης Ιωαννίνων που ανέλαβε το συντονισμό των Βορειοηπειρωτών και των Ελλαδιτών εθελοντών. Σε κρίσιμο σημείο, το όλο θέμα "διαρρέει" με αποτέλεσμα τη ματαίωση της επιχείρησης. Ένας απο τους αλεξιπτωτιστές των Eιδικών Δυνάμεων, πικραμένος που δεν πραγματοποιήθηκε η αποστολή και που προδόθηκε πριν ολοκληρωθεί, αυτοκτονεί.
Η επιχείρηση έρχεται στο φως της δημοσιότητας μόλις το 1998, όταν η Ιταλία αγοράζει τη Σάσωνα από την Αλβανία έναντι 57 δις δραχμών...

Ετικέτες ,

27.10.08

28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

Του αντιστρατήγου ε.α. και επιτίμου Διοικητή Γ΄ ΣΣ Ν. Κολόμβα
Κατά γενική αναγνώριση, η 28η Οκτωβρίου 1940 αποτελεί περίοπτο σταθμό στη μακραίωνη διαδρομή της Ελληνικής Ιστορίας και τους επικούς αγώνες της φυλής ενάντια στη βία και τη βαρβαρότητα. Η ιταλική «Μεγάλη Ιδέα» υπό την μορφή της αναγόρευσης της Μεσογείου σε «Mare Nostrum» επλανάτο από μακρού στον ορίζοντα. Ο Μουσολίνι, ωστόσο, συνέχισε τη σχετική πολιτική των προκατόχων του πολύ πιο δραστήρια. Ο δε κίνδυνος για την Ελλάδα κατέστη έκδηλος, αφότου οι Ιταλοί, στις 7 Απριλίου 1939, κατέλαβαν «αιφνιδιαστικά» την Αλβανία – επιδοθέντες εν συνεχεία, κατά διαστήματα, σε προκλητικές εις βάρος μας ενέργειες. Η απειλή, όμως, αποκαλυπτόταν ιδιαίτερα στυγνή με την επίδοση τις πρωϊνές ώρες της 28 Οκτωβρίου 1940 του ιταμού τελεσιγράφου από τον Ιταλό πρέσβη Εμανουέλε Γκράτσι στον Έλληνα Πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά. O οποίος, διερμηνεύοντας την από καιρό διαμορφωθείσα ομόφωνη απόφαση του Έθνους, το απέρριψε ασυζητητί με τη γνωστή φράση «Αlors, c' est. la guerre » (Λοιπόν, έχουμε πόλεμο). Ήτοι αντιτάσσοντας το κοσμοϊστορικό «Όχι». Ο εθνεγερτήριος παιάνας των αρχαίων προγόνων μας «Ίτε παίδες Ελλήνων...» αντηχεί στους αιθέρες. Η οργή του ελληνικού λαού για τις προηγηθείσες αυθάδεις προκλήσεις των Ιταλών φασιστών, με κορυφαία τον άνανδρο τορπιλισμό της «Έλλης» μας στις 15 Αυγούστου, κατά την εορτή της θεομήτορος στην Τήνο, γαλβάνισε την εθνική ομοψυχία και τη μετουσίωσε σε ορμή και πάθος για τη ν ί κη.

Η εξοπλιστική προσπάθεια
Αλλά ας έλθουμε στο κυρίως θέμα μας, αρχίζοντας με την προς πόλεμο προπαρασκευή. Χάριν της ιστορικής αλήθειας πρέπει να διαπιστωθεί ότι, κατά τα έτη 1923 έως 1935, η κυβέρνηση Μιχαλακοπούλου (1924-1925) και, κυρίως, το καθεστώς Στρατηγού Πάγκαλου (1925-1926) είχαν καταβάλει αξιόλογες προσπάθειες στον τομέα των εξοπλισμών. Ωστόσο, κατά την πενταετία 1927-32, οι στρατιωτικές μας δαπάνες μειώθηκαν δραστικά, σε σημείο που η αναλογία έναντι εκείνων των επίβουλων γειτόνων μας περιορίσθηκε σε 1:3 έως και 1:4. Με την τότε κυβέρνηση να προβάλλει ως δικαιολογία για την παραμέληση των στρατιωτικών εξοπλισμών το επιχείρημα ότι η κυρία προσπάθεια της χώρας απέβλεπε στη διπλωματική της ισχυροποίηση και στην οικονομική της ανόρθωση. Εν συνεχεία, όμως, η μερική επιστράτευση που πραγματοποιήθηκε κατά τα σοβαρά πολιτικο-στρατιωτικά κινήματα της 6ης Μαρτίου 1933 και της 1ης Μαρτίου 1935 απεκάλυψε δυστυχώς τη γυμνότητα μας σε εφόδια και υλικά.
Κατά την τετραετία 1936- 40 διετέθησαν από εθνικούς πόρους πιστώσεις ύψους 15,7 δισεκατομμυρίων δραχμών – δηλαδή ποσό υπέρ πενταπλάσιο των διατεθέντων κατά τη δωδεκαετία 1923-35 3 δις. δρχ.. Και ναι μεν, παρέμεναν σοβαρές ελλείψεις πολεμικού υλικού – οφειλόμενες κυρίως στην απροθυμία ικανοποίησης των προπληρωθεισών παραγγελιών μας από τις προμηθεύτριες χώρες, εξαιτίας των προβλημάτων που οι ίδιες οι τελευταίες αυτές αντιμετώπιζαν τότε. Πλην όμως οι σημαντικές αυτές πιστώσεις, σε συνδυασμό με τις καταβληθείσες άοκνες προσπάθειες, επέτρεψαν, από τη μια, την έγκαιρη κινητοποίηση των προβλεπομένων από το Σχέδιο Επιστρατεύσεως δέκα έξι μεραρχιών και έξι ταξιαρχιών, και, από την άλλη, την κατασκευή, κατά το μείζον μέρος της, της απαραίτητης έναντι της Βουλγαρίας οχυρώσεως – της γνωστής ως «Γραμμής Μεταξά». Κρίνεται δε σκόπιμο να επισημανθεί εδώ, ότι μέχρι τον Απρίλιο του 1939 ως εν δυνάμει αντίπαλος εθεωρείτο μόνον η Βουλγαρία. Διό και τα πολεμικά μας σχέδια μέχρι το 1939 αντιμετώπιζαν μόνον την εκ Βουλγαρίας (Β) απειλή.
Όσον αφορά, εξ άλλου, στο Πολεμικό μας Ναυτικό, επιβάλλεται να επισημανθεί ότι λίγο πριν από τον πόλεμο είχαν παραληφθεί δύο νεότευκτα αντιτορπιλικά αγγλικής προελεύσεως – τα «Βασιλεύς Γεώργιος» και «Βασίλισσα Όλγα». Και ότι στην περίοδο 1935-40 και κυρίως μετά το 1938, είχαν κατασκευασθεί οκτώ μεγάλα ναυτικά οχυρά, τα οποία συνδυάσθηκαν με ναρκοπέδια και ανθυποβρυχιακά κωλύματα. Σε σχέση δε με την Πολεμική μας Αεροπορία, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, ενώ μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 30, η κατάσταση των αεροδρομίων μας ήταν μάλλον πρωτόγονη, στις παραμονές του πολέμου είχε ολοκληρωθεί η οργάνωσή τους σε νέες βάσεις, με τη συγκρότηση επτά κύριων, είκοσι δύο βοηθητικών και είκοσι πέντε εμπιστευτικού δικτύου αεροδρομίων. Χωρίς, ωστόσο, η κατάσταση όλων και κυρίως των βοηθητικών να ήταν ικανοποιητική.

Προπαρασκευαστικές πολιτικο-στρατιωτικές ενέργειες
Ως ενδεικτικά της ακλονήτου αποφάσεως να αντιταχθούμε στον εισβολέα σημειώνονται τα ακόλουθα:
α)Την επομένη της αποβάσεως των Ιταλών στην Αλβανία, ήτοι στις 8 Απριλίου, εκδίδονται άμεσες διαταγές προς τις VIII και ΙΧ Μεραρχίες των συνόρων μας για άμυνα του πατρίου εδάφους, με ταυτόχρονη εξουσιοδότηση για κήρυξη τοπικής επιστρατεύσεως.
β) Στις 13 Απριλίου 1939 οι Πρωθυπουργοί Αγγλίας και Γαλλίας εγγυώνται την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδος και της Ρουμανίας. Και η μεν Ελλάς αποδέχεται την εγγύηση, όχι όμως και η Ρουμανία.
γ) Στις 4 Μαΐου τίθεται εν ισχύ το νέο Σχέδιο Επιχειρήσεων που προβλέπει την άμυνα ολοκλήρου του Ελλαδικού χώρου και αντιμετωπίζει ταυτόχρονη πλέον εισβολή από Ιταλία (Ι) και Βουλγαρία (Β) ήτοι το ΙΒ σχέδιο, ενώ παράλληλα αρχίζουν σύντονες εργασίες οχυρώσεως των τοποθεσιών έναντι του Αλβανικού μετώπου.
δ) Η θητεία αυξάνεται σταδιακά από 18 σε 24 μήνες, στις παραγωγικές στρατιωτικές σχολές εισάγεται σημαντικός αριθμός μαθητών, αρχίζει εντατική εκπαίδευση των αγύμναστων και μετεκπαίδευση των γυμνασμένων, καθώς και διεξαγωγή ασκήσεων μεγάλης κλίμακας.
ε) Το τελευταίο 10ήμερο του Αυγούστου 1939, λόγω προωθήσεως των ιταλικών δυνάμεων στα σύνορα μας, κηρύσσεται τοπική επιστράτευση. Στις 17 Σεπτεμβρίου, όμως, οι Ιταλοί αποσύρονται και οι δυνάμεις μας μεταπίπτουν στην ειρηνική τους κατάσταση.
στ) Την 1η Σεπτεμβρίου 1939, μετά την εσπευσμένη οχύρωση του τομέως έναντι της Αλβανίας και τις πληροφορίες περί ουδετερότητας της Γιουγκοσλαβίας, κοινοποιείται το ΙΒα Σχέδιο Επιχειρήσεων, το οποίο προέβλεπε προωθημένη άμυνα εγγύς της ορίου γραμμής, έναντι του ΙΒ που παραχωρούσε σημαντικό χώρο στην Ήπειρο και την Δυτική Μακεδονία.
ζ) Μετά την έναρξη στις 3 Σεπ. 1939 του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, το εμπορικό μας ναυτικό αφήνεται σιωπηρά να υποστηρίξει τις θαλάσσιες μεταφορές παντοειδούς υλικού των συμμάχων, υποστάν έκτοτε σοβαρότατες απώλειες.
η) Στις 20 Απριλίου 1940 εκδίδεται και δεύτερη παραλλαγή του αρχικού σχεδίου, το ΙΒβ, το οποίο αντιμετώπιζε και θαλάσσιες ενέργειες των Ιταλών, με τη διάθεση χερσαίων δυνάμεων σε κρίσιμες περιοχές (Πρέβεζα, Κρήτη κ.α.)
θ) Μετά την υπογραφή, στις 22 Μαΐου, από τη Γερμανία και την Ιταλία του «Χαλύβδινου Συμφώνου», ο Μεταξάς καλεί τον Γκράτσι και του ανακοινώνει ότι «αν προσβληθούν τα εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα, θα αντισταθούμε αντί πάσης θυσίας και δι' όλων των μέσων».
ι) Στις 10 Ιουνίου, η Ιταλία – «κατόπιν εορτής», με τη Γαλλία ψυχομαχούσα – κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Αγγλίας και της Γαλλίας. Έκτοτε δε οι Ιταλοί αποθρασύνονται και τα εις βάρος μας επεισόδια είναι αλλεπάλληλα.
ια) Κατά την ίδια εκείνη περίοδο, περατώθηκε η κατασκευή της νευραλγικής οδικής αρτηρίας Καλαμπάκας Μετσόβου - Ιωαννίνων και αναβλήθηκε η αποξήρανση των ελών του ποταμού Καλαμά στην περιοχή Καλπακίου – τα οποία έλη, λίγο αργότερα, έγιναν ο τάφος των Ιταλικών αρμάτων.
ιβ) Μετά τον άνανδρο τορπιλισμό της «Έλλης» στις 15 Αυγούστου 1940, οι μεν ιταλικές δυνάμεις προωθούνται στα σύνορα μας και λαμβάνουν σαφώς επιθετική διάταξη, εμείς δε κηρύσσουμε και πάλι επιστράτευση των έναντι της Αλβανίας δυνάμεων μας, καθώς, σταδιακά, από το τελευταίο 10ήμερο του Αυγούστου, και ορισμένων άλλων. Και φθάνουμε έτσι στις 28 Οκτωβρίου, οπότε, μαζί με την κήρυξη του πολέμου αναγγέλλεται και η γενική επιστράτευση.
Θα επικαλεσθούμε, τέλος, την εγγραφή στις 9 Απριλίου 1939 στο «Ημερολόγιο» του Ιωάννου Μεταξά της φράσης «...θα προτιμήσω ακόμη την καταστροφήν της πατρίδος μου παρά την ατίμωσιν...», για να διατυπώσουμε την άποψη ότι το ΟΧΙ στους εισβολείς, μολονότι τυπικά ελέχθη από τον τότε πρωθυπουργό στις 28 Οκτωβρίου 1940, είχε ουσιαστικά αποφασισθεί από την αξία πολιτικο-στρατιωτική ηγεσία άμα τη αποβιβάσει των Ιταλών στην Αλβανία στις 7 Απριλίου 1939.

Συσχετισμός δυνάμεων και επακόλουθοι περιορισμοί
Πρέπει να σημειωθεί εδώ, ότι σε ολόκληρο αυτό το διάστημα ο Λαός υφίστατο αγόγγυστα το βάρος των παραπάνω επαχθών μέτρων και είχε σιωπηρά και ομόθυμα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, συναινέσει σε αυτήν την απόφαση.
Ας εξετάσουμε ήδη πολύ συνοπτικά τις αιτιάσεις ορισμένων περί ηττοπάθειας, αλλά και στρατηγικών σφαλμάτων, της τότε πολιτικό-στρατιωτικής ηγεσίας.
Η Ιταλία, στα πρόθυρα του πολέμου, υπολογιζόταν ως μεγάλη ευρωπαϊκή και αποικιοκρατική δύναμη. Μετά την ενσωμάτωση της Αλβανίας τον Απρίλιο 1939, οι Ιταλοί είχαν, στις 10 Ιουνίου 1940, εισβάλει στην ασπαίρουσα Γαλλία και προσαρτήσει τη γαλλική Σαβοΐα και την Κορσική. Το θέρος, επίσης, του 1940, είχαν εκδιώξει τους ανέτοιμους και ολιγάριθμους Βρετανούς από την Ερυθραία και την Σομαλία. Μεθυσμένοι, δε, από τις σχετικά εύκολες επιτυχίες τους και μη λαμβάνοντας τα επιβαλλόμενα μέτρα ασφαλείας, πραγματοποιούν στις 15 Οκτωβρίου ευρεία σύσκεψη στη Ρώμη, στο περίφημο Παλάτσο Βενέτσια, κατά την οποία, αφού διαβεβαιώνουν τον Μουσολίνι ότι θα έκαναν στην Ελλάδα στρατιωτικό περίπατο (passegiata militare), αποφασίζουν να εισβάλουν στις 26 Οκτωβρίου – για να μεταθέσουν, λίγες ημέρες αργότερα, την ημερομηνία για τις 28 Οκτωβρίου. Όλα δε τα όσα εν συντομία εκθέσαμε, έκαναν την υπεύθυνη πολιτικό-στρατιωτική ηγεσία μας να αντιμετωπίζει με σύνεση και διακριτικότητα – υπερβολική, ίσως – τις αήθεις προκλήσεις του Ευρωπαίου, και όχι Βαλκανίου, αντιπάλου, τον οποίο εκαλείτο εντελώς μόνη και αβοήθητη να αντιμετωπίσει.
Συγκρίνοντας, τώρα, τις αντίπαλες δυνάμεις στις παραμονές της ιταλικής επιθέσεως, διαπιστώνουμε τα ακόλουθα:
Από πλευράς στρατού ξηράς, η υπεροχή των ιταλικών ετοιμοπόλεμων δυνάμεων ήταν σημαντική (3,5:1) σε πεζικό – συμπεριλαμβανομένων και περίπου δέκα πέντε ταγμάτων Αλβανών, κυρίως Τσάμηδων – και ακόμη σοβαρότερη ( 4:1) σε πυροβολικό. Ενώ, η παρουσία της ιταλικής τεθωρακισμένης μεραρχίας «Centavro» (Κένταυρος), με σύνολο εκατόν εξήντα εννέα ελαφρών αρμάτων, έναντι ουδενός δικού μας, ενίσχυε σημαντικά τις ιταλικές επιθετικές δυνατότητες.
Ακόμη δυσμενέστερες ήταν ο συσχετισμός στους τομείς του πολεμικού ναυτικού και της πολεμικής αεροπορίας. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι, έναντι εξήντα ενός ιταλικών αντιτορπιλικών, διαθέταμε δέκα, εξ ων μόνον δύο προσφάτου κατασκευής, και έναντι εκατόν δέκα εννέα υποβρυχίων, μόνον έξι παλαιά. Και ότι οι Ιταλοί διέθεταν παρατακτή δύναμη τετρακοσίων εξήντα τριών περίπου αεροσκαφών πρώτης γραμμής, έναντι εβδομήντα επτά δικών μας μαχητικών.
Με τις αδυναμίες αυτές να αναγκάζουν τις δυνάμεις μας να αποφεύγουν τις πεδινές ζώνες, οι οποίες θα επέτρεπαν την ταχεία κίνηση και τα αποφασιστικά αποτελέσματα, και να τις υποχρεώνουν να ελίσσονται πεζή, με χαρακτηριστική βραδύτητα, από τις πανύψηλες και χιονισμένες ορεινές προσβάσεις. Στους περιορισμούς δε αυτούς εστιάζονται κυρίως οι διχογνωμίες που έκτοτε ανεφύησαν – ειδικότερα σε ό,τι αφορά στη διστακτικότητα των μεγάλων κλιμακίων να εκμεταλλευθούν τις τοπικές επιτυχίες και να αποδυθούν εν συνεχεία στην καταδίωξη του εν συγχύσει υποχωρούντος εχθρού.
Κατά τα λοιπά, σημειώνοντας και την επαμφοτερίζουσα στάση των Γιουγκοσλάβων, πρέπει να επισημάνουμε ότι οι Άγγλοι σύμμαχοι μας – και δεν παραβλέπουμε τις σοβαρές δυσκολίες που αντιμετώπιζαν – δεν μας ενίσχυσαν στο μέτρο που όφειλαν και μπορούσαν να το πράξουν. Και κυρίως ότι δεν απέτρεψαν την δια θαλάσσης μεταφορά μεγάλου όγκου Ιταλικών Δυνάμεων στην Αλβανία από τον Δεκέμβριο κι έπειτα. Παρ' όλα δε αυτά, ο Στρατός μας, διαπνεόμενος από υψηλό φρόνημα και αντιπαρερχόμενος τις κακουχίες, κατόρθωσε μέσα σε ενάμισυ μήνα, όχι μόνο να εκδιώξει τον εισβολέα, αλλά και να απελευθερώσει μεγάλο τμήμα της μαρτυρικής μας Βορείου Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας σε βάθος κυμαινόμενο από 30 έως 50 χλμ, μέσα σ' ένα παραλήρημα χαράς των Ελλήνων κατοίκων τους και ενώ ήδη οι Ιταλοί από τις αρχές Δεκεμβρίου συζητούσαν περί συνθηκολογήσεως. Ενώ αργότερα, μετά την οικτρή αποτυχία της μεγάλης εαρινής επιθέσεως των Ιταλών, της γνωστής «ΠΡΙΜΑΒΕΡΑ» (διεξαχθείσης από τις 9 έως 24 Μαρτίου 1941), ο Μουσολίνι, υπό τα όμματα του οποίου εξελίχθηκε η αποτυχία αυτή, ταπεινωμένος και απογοητευμένος θα αναμείνει την επέμβαση του Χίτλερ για να τον βγάλει, ως «ο από μηχανής θεός», από το αδιέξοδο στο οποίο είχε περιέλθει.

Αμφισβητήσεις και παρανοήσεις
Στο σημείο αυτό, κρίνεται επιβεβλημένο να παρατεθούν ορισμένα στοιχεία, προκειμένου να διαλυθεί ο μύθος, σύμφωνα με τον οποίο το κύριο βάρος του πολέμου έφεραν οι έφεδροι αξιωματικοί, με αποτέλεσμα να υποστούν δυσαναλόγως υπέρτερες απώλειες έναντι των μονίμων συναδέλφων τους. Από επίσημα κείμενα προκύπτει ότι οι συνολικές απώλειες των αξιωματικών του στρατού ξηράς της περιόδου 1940-41 ανήλθαν σε 754 νεκρούς, εξ ων 346 μόνιμοι επί συνόλου 4130 και 408 έφεδροι επί δυνάμεως 5200, αποτελούντες, αντιστοίχως, το 8,84% και το 7,85% της συνολικής αριθμητικής τους δύναμης. Και σε 1484 τραυματίες, εξ ων 529 μόνιμοι και 955 έφεδροι, αποτελούντες αντιστοίχως το 12,3% και το 18,4% της συνολικής αριθμητικής τους δύναμης.
Ένα δεύτερο θέμα που κατά καιρούς έχει δώσει λαβή σε διϊστάμενες εκτιμήσεις είναι η απόφαση να διευθύνει ο Αρχιστράτηγος τις επιχειρήσεις από την Αθήνα. Καθώς ορισμένοι υποστηρίζουν ότι το Γενικό Στρατηγείο έπρεπε να είχε προωθηθεί στην Ήπειρο. Θα παρατηρούσαμε, ωστόσο, ότι οι αντιμετωπιζόμενες τότε απειλές κάλυπταν ολόκληρο τον χερσαίο και νησιώτικο χώρο του Αιγαίου και του Ιονίου πελάγους, καθώς και την Κρήτη – και ότι, συνεπώς, μόνο από κεντρική θέση, διαθέτουσα κατάλληλη επικοινωνιακή υποδομή, μπορούσαν να ελέγχονται. Πέραν τούτου, όμως, οι πληροφορίες των διπλωματικών πηγών από τις αρχές Νοεμβρίου περί σχεδιαζόμενης γερμανικής εισβολής στη Μακεδονία και Θράκη, η ανάγκη συντονισμού των επιχειρήσεων και των τριών Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, όπως και οι αλλεπάλληλες αφίξεις πολιτικοστρατιωτικών βρετανικών κλιμακίων από την έναρξη του πολέμου, επέβαλλαν την παραμονή του Αρχιστρατήγου στην Αθήνα, πλησίον της κυβερνήσεως, της οποίας άλλωστε αποτελούσε και τον κυριότερο σύμβουλο επί στρατιωτικών θεμάτων. Και, πάντως, ας σημειωθεί, ότι από την 17η Δεκεμβρίου και μέχρι τον Μάρτιο 1941, όταν ιδρύθηκε το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου (ΤΣΗ), κλιμάκιο του Γενικού Στρατηγείου λειτουργούσε στην περιοχή Ιωαννίνων και ότι ο Αρχιστράτηγος, τουλάχιστον μια φορά τον μήνα και για αριθμό ημερών, βρισκόταν στη γραμμή των πρόσω.
Τέλος, έχει υποστηριχθεί ότι κακώς δεν χρησιμοποιήθηκαν οι απότακτοι ή επιστρατευθέντες αξιωματικοί των κινημάτων 1933 και 1935. Θα αντιτάσσαμε, όμως, ότι οι μεν πλείστοι των κατωτέρων αξιωματικών αυτής της κατηγορίας, όπως και αρκετοί ανώτεροι μη έχοντες σοβαρή εμπλοκή στα κινήματα, ανεκλήθησαν στην ενεργό υπηρεσία. Αλλά και ότι εύλογο ήταν, λόγω και της φύσεως του καθεστώτος, όπως και της αναταραχής που θα επροκαλείτο στο στράτευμα από την ανατροπή της επετηρίδος, οι ολίγοι πρωταίτιοι και οι υψηλόβαθμοι - μερικοί από τους οποίους είχαν καθαιρεθεί - να μην τύχουν της αυτής μεταχειρίσεως.

Εν κατακλείδι, ας αναρωτηθούμε: Τι θα συνέβαινε, αν εκείνο το δραματικό πρωινό της 28ης Οκτωβρίου η Ελλάδα είχε πει ΝΑΙ – όπως έκαναν στη ροή του Πολέμου τόσες άλλες χώρες;
Ο τότε Κυβερνήτης Ιωάννης Μεταξάς, στις 30 Οκτωβρίου 1940, σε έναν μνημειώδη αλλά και προφητικό λόγο του προς τους ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες των αθηναϊκών εφημερίδων, αφ’ ενός μεν, είχε προβλέψει ότι τελικά τον πόλεμο θα κέρδιζαν οι Άγγλοι, αφ’ετέρου όμως, είχε προεξοφλήσει ότι, αν αντί του ΟΧΙ είχαμε πει ΝΑΙ, η Ελλάδα θα ετριχοτομείτο. Με ένα κράτος των Αθηνών, περιορισμένο κατά κύριο λόγο στην ηπειρωτική Ελλάδα, να καθίσταται προτεκτοράτο των Ιταλών. Με τη Δυτική Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία προσαρτώνται από τους Βουλγάρους. Και με την Κρήτη και ορισμένα νησιά του Αιγαίου να καταλαμβάνονται για ευνόητους λόγους από τους Άγγλους.
Μια τέτοια δε εξέλιξη των πραγμάτων θα είχε τεράστιες, και άκρως αρνητικές για τη συμμαχική υπόθεση, πολιτικές, ηθικές και στρατιωτικές συνέπειες. Πολιτικές, στα Βαλκάνια τουλάχιστον, γιατί θα εξωθούσε τη Γιουγκοσλαβία, τη Βουλγαρία, αλλά και αυτήν την Τουρκία να προσεγγίσουν ακόμη περισσότερο τον Άξονα ή και να ευθυγραμμισθούν με αυτόν. Ηθικές, γιατί θα αποθάρρυνε πλήρως κάθε σκέψη αντιστάσεως κατά του Άξονος. Και σρατιωτικές, γιατί δεν θα είχε φθαρεί ο ιταλικός στρατός στην Αλβανία. Κυρίως, όμως, η Γερμανία δεν θα είχε αναγκασθεί να διεξαγάγει τον Απρίλιο - Μάιο την εκστρατεία κατά της Ελλάδος. Και συνακόλουθα δεν θα καθυστερούσε η εξαπόλυση της επιθέσεως κατά της Σοβιετικής Ενώσεως κατά πέντε, τουλάχιστον, εβδομάδες.
Βέβαια, η ανεκτίμητη αυτή συμβολή μας στον συμμαχικό αγώνα ξεχάστηκε στην τράπεζα των διαπραγματεύσεων της ειρήνης, το 1946. (Μολονότι δεν πρέπει να παραβλέπεται, εν προκειμένω, και η δική μας σοβαρή υπαιτιότητα, με τις έκρυθμες καταστάσεις που επικρατούσαν τότε στη χώρα μας, αλλά και τα όσα θλιβερά είχαν προηγηθεί, κατά τη διάρκεια της κατοχής, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Μέση Ανατολή.) Οπωσδήποτε, όμως, η ηρωική αντίσταση της Ελλάδος κατά των δυνάμεων του Άξονος είχε παγκόσμια απήχηση – αλλά και σημαντικότατη επίδραση στην πορεία και έκβαση του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Διότι, επί πλέον των όσων λίαν σημαντικών επιπτώσεων ήδη αναφέρθηκαν: Διέλυσε τον μύθο για την ισχύ του ιταλικού στρατού. Ενθάρρυνε τους ολιγάριθμους Βρετανούς στην Αίγυπτο να ενεργήσουν επιθετικά. Και κυρίως κατέδειξε ότι ο Άξονας δεν ήταν «αήττητος». Και επειδή δεν είναι στις προθέσεις μας η ωραιοποίηση των πραγμάτων, δεν θα αρνηθούμε ότι μπορεί και σφάλματα να έγιναν και παραλείψεις να σημειώθηκαν και ακόμη και λιποψυχίες να παρατηρήθηκαν – όπως συνέβη και θα συμβαίνει παντού και πάντοτε στους πολέμους. Αλλά τέτοια περιστατικά δεν πρέπει να απομονώνονται ή να διογκώνονται – και πάντως δεν είναι ικανά να αμαυρώσουν την συνολική εικόνα της καθολικής συμμετοχής και εθελοθυσίας Λαού και Στρατού στην Εποποιία του 1940-41. Στις 28 Οκτωβρίου 1940, η γενιά των πατέρων μας αποδύθηκε σ' έναν αγώνα με πίστη και αυταπάρνηση αντάξια των προγόνων μας και των πεπρωμένων της φυλής μας.
Στη σημερινή δε συγκυρία, όταν διαγράφεται σοβαρή και διαρκής η απειλή κυρίως από τον εξ ανατολών γείτονα μας και όταν το μείζον που μπορούμε να προσδοκούμε από τους ισχυρούς της γης είναι δυστυχώς η τακτική του Ποντίου Πιλάτου, επιτακτική προβάλλει υπέρποτε άλλοτε η ανάγκη να ενστερνισθούμε την επιταγή που μας άφησε η γενιά του 40 για αρραγή ενότητα και εθνική ομοψυχία, ως τη μοναδική συνταγή για την επιτυχή αντιμετώπιση των εθνικών μας προβλημάτων.

Ετικέτες

21.10.08

Οι πρώτοι Ήρωες του 1940

Ώρα 5.00 τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940. Οι Ιταλοί αρχίζουν την ιταμή επίθεση κατά της Ελλάδος με ρίψη όλμων. Τα θραύσματα τραυματίζουν θανάσιμα τον Βασίλειο Τσιαβαλιάρη που υπηρετούσε ως σκοπευτής πολυβόλου στο 51ο Σύνταγμα Πεζικού και η θέση του ήταν στο 21ο φυλάκιο της ελληνο-αλβανικής μεθορίου. Ήταν μόλις 28 ετών. Η Ελλάδα θρηνεί τον πρώτο νεκρό Στρατιώτη της, καμαρώνει τον πρώτο Ήρωά της.
30 Οκτωβρίου 1940. Οι σιλουέτες των αεροπλάνων αναγνωρίσεως "Hensel" του 2ου Ανεξάρτητου Σμήνους μόλις που διακρίνονται από την πρωϊνή ομίχλη. Ο Διοικητής διατάσσει αποστολή με 3 αεροπλάνα προς υποστήριξη του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας. Το αεροσκάφος με χειριστή τον Αρχισμηνία Λεωνίδα Τζάντα και παρατηρητή τον Ανθυποσμηναγό Ευάγγελο Γιάνναρη, επιστρέφει μετά την ολοκλήρωση της αποστολής του, όταν δέχεται επίθεση από πέντε εχθρικά "Fiat 42". Οι σφαίρες των ιταλικών αεροσκαφών γαζώνουν τον Ευάγγελο Γιάνναρη. Ο χειριστής Λεωνίδας Τζάντας προλαβαίνει να μπει και να χαθεί στα σύννεφα, μεταφέροντας το άψυχο κορμί του πρώτου πεσόντα Αεροπόρου πίσω στη βάση.
1η Νοεμβρίου 1940. Τα ελληνικά τμήματα αντεπιτίθενται επιτυγχάνοντας την ανακατάληψη της Γραμμής "Γύφτισσα - Οξυά" στη Τσούκα Πίνδου. Αιχμαλωτίστηκαν τρείς Ιταλοί αξιωματικοί και 222 οπλίτες, και περιήλθαν στα ελληνικά τμήματα 140 άλογα και αρκετά εφόδια. Στη μάχη πέφτει νεκρός ο πρώτος 'Ελληνας Aξιωματικός του πολέμου, ο Υπολοχαγός Αλέξανδρος Διάκος, διοικητής του 2ου Λόχου του 4ου Συντάγματος Πεζικού. Ο Αλέξανδρος Διάκος, από την ιταλοκρατούμενη Χάλκη της Δωδεκανήσου, γνώρισε την αθανασία σε ηλικία 29 ετών.
Η αναφορά που φθάνει στα χέρια του Συνταγματάρχη Κωνσταντίνου Δαβάκη αναφέρει:
«Πολλαπλάσιαι ιταλικαί δυνάμεις αντεπετέθησαν κατά των οπλιτών του λόχου… Με αδάμαστον αποφασιστικότητα και ακλόνητον θάρρος ο υπολοχαγός Διάκος Αλέξανδρος κατόρθωσε ν’ ανασυντάξη εκ τρίτου τον λόχον, να τον εμψυχώση και να τον ρίψη μετά νέας ορμής εναντίον των λυσσωδώς αμυνομένων Ιταλών. Καθ’ ον δε χρόνον διά τετάρτην φοράν ο δοκιμασθείς λόχος εκαλείτο με την λόγχην εφ’ όπλου ν’ αντιμετωπίση νέαν, θραυσθείσαν και αυτήν, αντεπίθεσιν του εχθρού διά της τελικής εφόδου του, ο δε ηρωικός διοικητής του λόχου αυτού, τεθείς επί κεφαλής, εκραύγαζε με φωνήν Άρεως: «Εμπρός, παιδιά, για μια μεγάλη Ελλάδα και μίαν ελεύθερη Δωδεκάνησο», ριπή πολυβόλου τον εφόνευσε».
Την διοίκηση του Λόχου, μετά τον θάνατο του Διάκου, αναλαμβάνει ο Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Ελευθέριος Ντάσκας, ο οποίος μετά από λίγες στιγμές πέφτει και αυτός μαχόμενος ηρωικώς. Είναι ο πρώτος πεσών Έφεδρος Αξιωματικός του πολέμου.
Ο πολεμικός ανταποκριτής Κώστας Τριανταφυλλίδης σημειώνει για τον Αλέξανδο Διάκο: "Έπεσε στην κρισιμότερη ώρα της Ελλάδος, για την Ελλάδα - για τη Μεγάλη Ελλάδα που οραματίζονται όσοι από μας έχουν αντρίκια ψυχή.
Τρεις μέρες αργότερα, όταν άρχιζε πια το σάρωμα του εχθρού, κάποιο ελληνικό τμήμα, περαστικό από τη Τσούκα, βρήκε το κορμί του Αλέκου Διάκου πάνω σ' ένα στρώμα από κλαδιά και φύλλα. Tα κουμπιά της στολής του έλειπαν. Να ήταν, τάχα, ένα βάρβαρο και ιερόσυλο πάθος που είχε σπρώξει τους Αλπίνι ν΄ απλώσουνε βέβηλο χέρι πάνω στο σκοτωμένο παλληκάρι, ή, μήπως, η επιθυμία να πάρουν ευλαβικά κάποιο ενθύμιο από το άγιο λείψανο ενός αληθινού ήρωα;"
25 Μαρτίου, μερικά χρόνια πριν. Ο Αλέξανδρος Διάκος, μαθητής στο Γυμνάσιο της Ρόδου κατεβάζει την ιταλική σημαία και υψώνει την Ελληνική. Οι Ιταλοί, ενοχλημένοι που δεν μπόρεσαν να σβήσουν την ελληνική φλόγα από την καρδιά του νεαρού που έφερε το επώνυμο ενός άλλου γενναίου Πολεμιστή, τον απείλουν με φυλάκιση και εξορία. Ο Διάκος φεύγει από τη Ρόδο για να εγκατασταθεί στην Αθήνα, όπου εισήχθη στη Σχολή Ευελπίδων μαζί με άλλους Χαλκήτες, με την ελπίδα ότι θα μπορούσαν να πολεμήσουν και να ελευθερώσουν τη γενέτειρά τους. Στο Διάκο δόθηκε η πρώτη ευκαιρία να πραγματοποιήσει το όνειρό του, όταν κηρύχθηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος, στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Ο υπολοχαγός Διάκος βρισκόταν τότε στην Πίνδο και ζήτησε να σταλεί πρώτος στο μέτωπο. "Ήταν ωραία η νίκη στην Πίνδο. Και η Δωδεκάνησος σήμερα είναι ελληνική".
Αυτοί ήταν οι πρώτοι Ήρωες του ΄40.

Ετικέτες

10.10.08

Η ελληνοτουρκική κρίση του Μαρτίου 1987

Η κρίση του Μαρτίου 1987, η οποία έφερε την Ελλάδα και την Τουρκία στα πρόθυρα του πολέμου, υπήρξε καθοριστική τόσο για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όσο και για τις σχέσεις με την αμερικανική κυβέρνηση και το ΝΑΤΟ.
Αφορμή της κρίσης υπήρξε η αυθαίρετη απόφαση της Άγκυρας να κάνει έρευνες στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου επί των χωρικών υδάτων της Ελλάδος. Στόχος της κίνησης αυτής ήταν η διχοτόμηση του Αιγαίου, έτσι ώστε να βρεθούν τα ελληνικά νησιά υπό τουρκική ομηρία. Οι απαιτήσεις αυτές αντιμετωπίσθηκαν από την Ελληνική Κυβέρνηση με αποφασιστικότητα. Η στρατιωτική ηγεσία της χώρας την περίοδο αυτή ήταν η εξής: Υπουργός Εθνικής Άμυνας Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος, Αρχηγός ΓΕΕΘΑ Πτέραρχος Νίκος Κουρής, Αρχηγός ΓΕΣ Αντιστράτηγος Σταμάτης Βελίδης, Αρχηγός ΓΕΝ Αντιναύαρχος Λεωνίδας Βασιλικόπουλος, Υπαρχηγός ΓΕΑ Αντιπτέραρχος Ηλίας Ψωμάς Αρχηγός ΑΤΑ (αντικαθιστούσε τον Αρχηγό ΓΕΑ Αντιπτέραρχο Νικόλαο Στάπα που λόγω υγείας βρισκόνταν στις ΗΠΑ), Αρχηγός Στόλου Αντιναύαρχος Χρήστος Λυμπέρης. Υπουργός Εξωτερικών ήταν ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας και Αναπληρωτής ο Γ. Καψής.
Στις 27 Μαρτίου, ημέρα που είχε αναγγελθεί η έξοδος του τουρκικού ερευνητικού σκάφους Sismik στο Αιγαίο αυτή δεν πραγματοποιήθηκε τελικά, αφού τα ελληνικά πολεμικά πλοία το περίμεναν στο Ανατολικό Αιγαίο με εντολή αν παραβιάσει τα ελληνική χωρικά ύδατα να το βυθίσουν.
Αναλυτικότερα, από τις 6:00 πμ της 27/03/1987 άρχισε ο απόπλους όλων σχεδόν των μονάδων του Πολεμικού Ναυτικού υπό των ήχο εμβατηρίων και με το ηθικό στα ύψη. Πρώτα απέπλευσαν τα ταχέα σκάφη (πυραυλάκατοι, τορπιλάκατοι) για να προλάβουν ενδεχόμενο αιφνιδιασμό και να αποκτήσουν τακτικό προβάδισμα σε απόρρητες θέσης αποκρύψεως στα ακριτικά νησιά, ώστε να υπάρχει άμεση στοχοποίηση και προσβολή των τουρκικών μονάδων. Για την ιστορία το πρώτο πλοίο που εξήλθε του Ναυστάθμου Σαλαμίνας ήταν η άτυχη ΤΠΚ ΚΩΣΤΑΚΟΣ.
Μεταξύ 08:00 και 09:20 απέπλευσαν 11 αντιτορπιλικά με ναυαρχίδα τη Φ/Γ ΕΛΛΗ, χωρισμένες σε τρεις μονάδες επιχειρήσεων. Η πρώτη απλώθηκε στο Βόρειο Αιγαίο υπό τον πλοίαρχο Γ. Δεμέστιχα με αποστολή την παρακολούθηση του Sismik σε ενδεχόμενη έξοδό του στο Αιγαίο, η δεύτερη στο Κεντρικό Αιγαίο υπό τον διοικητή Α/Τ αρχιπλοίαρχο Α. Βασιλειάδη παρέχοντας προστασία στα πλοία μεταφοράς ενισχύσεων στα ακριτικά νησιά ενώ η τρίτη μοίρα υπό τον κυβερνήτη του Α/Τ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗ αρχικά στην περιοχή Κυκλάδων και μετά στις Βόρειες Σποράδες.
Η αποβατική δύναμη του Στόλου απέπλευσε μεταξύ 10:00 και 12:10 και κινήθηκε στα σημεία φορτώσεως στρατευμάτων (Πεζοναυτών). Παράλληλα απέπλευσαν 7 υποβρύχια (6 Tύπου 209 και 1 τύπου GUPPY), τα ναρκαλιευτικά και τα βοηθητικά πλοία του Στόλου καθώς επίσης απογειώθηκαν αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας Albatros και ελικόπτερα ΑΒ-212 και SA.319B Allouette III. Επίσης, ανακλήθηκαν τα δύο εναπομείναντα υποβρύχια Τύπου 209 (ΠΟΣΕΙΔΩΝ, ΠΟΝΤΟΣ), που συμμετείχαν στη ΝΑΤΟϊκή άσκηση "DOG-FISH" στην Κεντρική Μεσόγειο, στέλνοντας μήνυμα αποφασιστικότητας στις Βρυξέλλες. Όλα τα πλοία του Στόλου διατάχθηκαν οι επικοινωνίες να διεξάγονται κρυπτογραφημένες, να εγκλωβίζονται όλα τα μη φίλια αεροσκάφη και να διατηρείται ετοιμότητα βολής ενώ σε περίπτωση επαφής με τον αντίπαλο, να διατηρείται ετοιμότητα πρώτης βολής ανά πάσα στιγμή και να τηρηθεί το δόγμα "χτύπα σκληρά" μέχρι εξουθένωσης του αντιπάλου.
Επιπλέον ξεκίνησε επιλεκτική επιστράτευση εφέδρων του Στρατού Ξηράς και προώθηση μαχητικών αεροσκαφών στα αεροδρόμια διασποράς, ενώ ελήφθη και η απόφαση για προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της αμερικανικής βάσης Νέας Μάκρης. Κατά τη κρίση διάρκειας τεσσάρων ημερών η τουρκική πλευρά δεν κινητοποίησε το στόλο της και δεν τόλμησε να βγάλει το Sismik στο Αιγαίο, αξίζει όμως να αναφερθεί ο εντοπισμός ενός τουρκικού υποβρυχίου Τύπου 209 από το ελληνικό ΤΡΙΤΩΝ τα μεσάνυχτα της 29ης προς 30η Μαρτίου ανατολικά της Τήνου.
Στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, υπήρχε σχετική ισορροπία στις χερσαίες δυνάμεις (με αριθμητική υπεροχή μόνο της Τουρκίας), ισορροπία στις ναυτικές δυνάμεις (με αριθμητική και ποιοτική ισορροπία στα υποβρύχια, αντιτορπιλικά και πυραυλακάτους, και μικρή υπεροχή της Τουρκίας σε σύγχρονες φρεγάτες [3 έναντι 2], αλλά με σαφή ελληνική υπεροχή στην ποιότητα του έμψυχου δυναμικού) και σχετική ισορροπία στον αέρα (ελληνική υπεροχή στην ποιότητα του έμψυχου δυναμικού).
Ελλάδα: 45 F-4E, 34 Mirage F-1CG, 53 A-7H, 94 F-5A/B, 88 F-104
Τουρκία: 100 F-4E, 81 F-5A/B, 134 F-104, 95 F-100C/D
Στο σημείο αυτό εντοπίζεται μια σημαντική διαφορά με την κρίση των Ιμίων: η Τουρκία δεν απολάμβανε αεροπορικής υπεροχής, όπως το 1996.
Ο συσχετισμός δυνάμεων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι σε μια πολεμική σύγκρουση (αν φυσικά η Τουρκία επιχειρούσε να κινητοποιήσει τις δυνάμεις της και να αντιδράσει δυναμικά), η Ελλάδα θα είχε σημαντικό πλεονέκτημα για νίκη, με απώλειες όμως και για τις δύο πλευρές και τελική έκβαση ανάλογα με τη διάρκεια της σύγκρουσης, που θα καθοριζόταν σε σημαντικό βαθμό από την παρέμβαση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ.
Η Τουρκία υποχώρησε με δημόσια δήλωση του Στρατηγού Εβρέν κυριολεκτικά εσπευσμένα διότι η στρατιωτική της ηγεσία τη δεδομένη ημέρα και στιγμή εκτίμησε -σωστά- την ελληνική υπεροχή και αποφασιστικότητα.
Η έστω και πρόσκαιρη Eλληνική επιτυχία οφείλετο:
1) Στην εκ μέρους μας έγκαιρη, πολύτιμη και λεπτομερή πληροφόρηση των Τουρκικών προθέσεων και σχεδίων.
2) Στην άμεση απόφαση της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας να ετοιμαστεί να επιτεθεί στην Τουρκία την ημέρα που θα ανακοίνωνε και θα πραγματοποιούσε την έξοδο του ερευνητικού πλοίου της ΠΙΡΙ ΡΕΪΣ για έρευνες στο Αιγαίο.
3) Στον άριστο και με πλήρη μυστικότητα συντονισμό της ηγεσίας της ΕΥΠ με την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεών και την πολιτική ηγεσία.

Ετικέτες ,

30.9.08

Η αντιαεροπορική άμυνα της Κύπρου

(c) Π. Σαββίδης/TAMΣ «ΕΡΙΝΥΕΣ 2006/3»
Οι προσπάθειες για αναβάθμιση της αντιαεροπορικής ομπρέλλας της Κύπρου με πυραυλικά συστήματα μπορούν να αναζητηθούν στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 όταν επιχειρήθηκε μυστικά η απόκτηση των σοβιετικών συστημάτων SA-2 μέσω Αιγύπτου. Οι βάσεις εκτόξευσης των πυραύλων τοποθετήθηκαν στην οροσειρά του Πενταδακτύλου ενώ Kύπριοι που είχαν επιλεγεί ανάμεσα στους καλύτερους απόφοιτους των τεχνικών σχολών, εκπαιδεύτηκαν στη χρήση τους στην έρημο της Aιγύπτου. Οι Κύπριοι εκτέλεσαν τις πρώτες εκπαιδευτικές βολές εναντίον των ιπταμένων στόχων με εξαιρετικά αποτελέσματα, επιτυγχάνοντας χρόνο ρεκόρ εκτέλεσης βολής και εντυπωσιάζοντας τους Αιγύπτιους στρατιωτικούς. Παράλληλα, Ελλαδίτες αξιωματικοί της 350 Σμηναρχίας Μάχης που είχαν εκπαιδευτεί στα αντιαεροπορικά συστήματα Nike Hercules ανέλαβαν την οργάνωση της ανάπτυξης των SA-2. Οι κινήσεις αυτές όμως "διέρρευσαν" και η άσκηση αμερικανικών πιέσεων είχε ως αποτέλεσμα τη ματαίωση της παραλαβής τους ενώ το εμπορικό πλοίο «Kωνσταντής Mπουσές» ήταν έτοιμο για αναχώρηση για την Kύπρο.
Η Εθνική Φρουρά, το μαύρο καλοκαίρι του 1974, κατάφερε να καταρρίψει με πενιχρά μέσα 19 τουρκικά αεροσκάφη κατά τη πρώτη φάση των επιχειρήσεων (20-22 Ιουλίου/Aττίλας Ι) και 4 αεροσκάφη κατά τη διάρκεια της δεύτερη φάσης (14-16 Αυγούστου/Aττίλας ΙΙ).
Τα 6 αντιαεροπορικά συστήματα TOR-M1 που εξοπλίζουν σήμερα την Εθνική Φρουρά, αποκτήθηκαν το 1999 μετά την γνωστή υπόθεση των S-300. Οι ΤΟR-M1 συνοδεύονται από αρματοφορείς για τη γρήγορη και αθόρυβη ανάπτυξή τους σε οποιοδήποτε σημείο του νησιού απαιτηθεί. Τα συστήματα αυτά, αν και μικρού βεληνεκούς, τράβηξαν νωρίς το ενδιαφέρον των Τούρκων, εγκλωβίζοντας δύο αναγνωριστικά RF-4E που στάλθηκαν να φωτογραφίσουν την αεροπορική βάση Πάφου κατά τη διάρκεια της άσκησης "Νικηφόρος-Τοξότης 2000". Εκείνη τη περίοδο καταγράφηκε και η έντονη παρουσία πλοίων του Αμερικανικού και Βρετανικού Ναυτικού που προσέγγισαν τη περιοχή για την καταγραφή των ηλεκτρονικών εκπομπών του ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης στο Τρόοδος και των συστημάτων TOR-M1. Η Εθνική Φρουρά διαθέτει επίσης 12 συστήματα Skyguad ("ΟΘΕΛΛΟΣ") με τετραπλούς εκτοξευτές πυραύλων Aspide και δίδυμα αντιαεροπορικά πυροβόλα GDF-005 (35mm) καθώς και φορητά αντιαεροπορικά βλήματα Mistral. Η Κύπρος αν και φαινομενικά χρειάζεται ενίσχυση με περισσότερα ανιαεροπορικά συστήματα, μπορεί να παρατάξει αρκετές ενοχλητικές "αλογόμυγες" τη κρίσιμη ώρα μιας ένοπλης σύγκρουσης.

Ετικέτες ,

24.9.08

Η άγνωστη αερομαχία ελληνικών και αμερικανικών μαχητικών το καλοκαίρι του 1974

Στις 17.10 της 20ής Ιουλίου 1974 καταγράφεται scrαmble ζεύγους F-5Α της 341 ΜΑΗ που είχαν μετασταθμεύσει στο Ηράκλειο (126 Σμηναρχία Αεροπορικής Βάσεως). Στόχος τους ήταν η αναγνώριση/αναχαίτιση αγνώστων ιχνών που είχαν εντοπισθεί ανατολικώς της Σητείας. Κατά το διάστημα 15.04 και 22.20, οι ελληνικοί σταθμοί ραντάρ θα αποκαλύψουν συνολικώς 14 ίχνη αμερικανικών αεροσκαφών, που πετούσαν σε απόσταση 60 ν.μ. νοτίως και ανατολικώς της Κρήτης, μέχρι την Ρόδο, δίνοντας την εντύπωση δημιουργίας ενός «φράγματος». Περί τις 19.15 η 28 ΤΑΔ Θα αναφέρει ότι από το πρωί είχαν διαπιστωθεί συνεχείς περιπολίες αεροσκαφών του 6ου Στόλου των ΗΠΑ μεταξύ Καστελλορίζου και Σητείας, κάτι που φανέρωνε ότι οι Αμερικανοί επεδίωκαν να παρεμποδίσουν τυχόν ελληνική αεροπορική ενέργεια προς την Κύπρο.
Στην Έκθεση Σεμερτζάκη (σ.σ. για τις αεροπορικές επιχειρήσεις του '74), περιγράφεται και μία αερομαχία που έλαβε χώρα μεταξύ ελληνικών και αμερικανικών αεροσκαφών. Ζεύγος ελληνικών F-5Α που έσπευσε προς αναγνώριση αγνώστου ίχνους, ενεπλάκη σε αερομαχία με ζεύγος αμερικανικών F-4 (προφανώς F-4J). «Εις απόστασιν 3-4 ν.μ. ο ημέτερος σχηματισμός εγένετο αντιληπτός υπό του στόχου, όστις ήρξατο εκτελών επιθετικούς ελιγμούς. Τούτο εχαρακτηρίσθη υπό του ημετέρου σχηματισμού ως εχθρική ενέργεια και ούτω ενεπλάκη εις αερομαχίαν μετά του στόχου, ενημερώνων συγχρόνως και τον έλεγχον RADAR (Ε/W ΖΗΡΟΥ). Εις την εξέλιξιν της αερομαχίας τα αεροσκάφη διεσπάσθησαν (εις εναντίον ενός). Το ημέτερον Νο2 απενεπλάκη των ελιγμών, επιστρέψαν διά προσγείωσιν. Το ημέτερον ΜΙ, κατά την εμπλοχήν, ευρεθέν εις πλεονεκτικήν θέσιν (όπισθεν του στόχου και εις απόστασιν βολής) εζήτησεν, εκ του ελέγχοντος σταθμού RADAR, την έγκρισιν εκτελέσεως βολής κατά του στόχου, και έλαβεν αρνητικήν απάντησιν. Εν συνεχεία, όμως, αντιληφθέν ότι ο στόχος (F-4) έβαλεν διά του πυροβόλου του, ηττήσατο, εκ νέου, έγκρισιν διά την κατάρριψιν του στόχου. H απάντησις ήτο και πάλιν αρνητική». Στην περίπτωση αυτή, αξίζει να σχολιασθεί η μη εφαρμογή της από 10.15 διαταγής του Αρχηγού Αεροπορίας, η οποία προέβλεπε απάντηση σε περίπτωση που βληθούν τα ελληνικά αεροσκάφη.
Πέρα από αμερικανικά αεροσκάφη, την ημέρα εκείνη οι 'Ελληνες πιλότοι συναντήθηκαν και με βρετανικά. Σε απόσταση 20 ν.μ. βορείως του Αγίου Νικολάου Κρήτης, ελληνικά αεροσκάφη αναγνώρισαν βρετανικά τα οποία μάλιστα έλαβαν επιθετική θέση. Δεν αναφέρεται εάν διεξήχθη αερομαχία μεταξύ τους. Πάντως από τις 18 του μηνός ήδη, είχε παρατηρηθεί αυξημένη δραστηριότητα βρετανικών αεροσκαφών μεταξύ των περιοχών Κρήτης -Ρόδου - Κύπρου.

Ετικέτες

17.9.08

Η άγνωστη δράση του Α/Γ "ΛΕΣΒΟΣ"

Το μόνο πλοίο του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού που βρέθηκε στη Κύπρο κατά τη τουρκική εισβολή το καλοκαίρι του 1974 ήταν το αρματαγωγό "ΛΕΣΒΟΣ" (L-172) τύπου 511. Το "ΛΕΣΒΟΣ" με κυβερνήτη τον Πλωτάρχη Ελευθέριο Χανδρινό, ΠΝ απέπλευσε από το Λουτράκι Κορινθίας στις 13/7/1974 και ώρα 22:00 μεταφέροντας 500 άνδρες της ΕΛΔΥΚ, οι οποίοι θα αντικαθιστούσαν παλαιότερους συναδέλφους τους. Την παραμονή της εισβολής 19/7 και ώρα 05:00 αποβίβασε τους στρατιώτες στο λιμάνι της Αμμοχώστου αλλά δεν εκφόρτωσε πυρομαχικά του ΣΞ γιατί, όπως ανέφερε ο αρμόδιος Αξιωματικός της ΕΛΔΥΚ δεν ήταν απαραίτητα, επειδή από πρόσφατες επιχειρήσεις είχε περισυλλέγει μεγάλη ποσότητα όπλων και πυρομαχικών, ενώ επιβιβάσθηκαν αυτοί που θα επαναπατριζόταν.
Την επομένη το πρωί, 20/7 ο Κυβερνήτης πληροφορήθηκε από τη κυπριακή ραδιοφωνία την είδηση της τουρκικής επιθετικής ενέργειας και της απόβασης, ως και την κήρυξη γενικής επιστράτευσης από την Κυπριακή Κυβέρνηση. Από το ΓΕΝ διατάχθηκε να επιστρέψει και να αποβιβάσει τους 450 επαναπατρισθέντες στρατιώτες στην Πάφο, με κίνδυνο να προσβληθεί από την Τουρκική Αεροπορία. Την 14:00 της 20/7, το πλοίο έφθασε στην Πάφο και άρχισε η αποβίβαση των οπλιτών με τρία αποβατικά πλοιάρια (ΑΒΑΚ). Ο έφεδρος λοχίας Δ. Πλέσσας θυμάται: "O επικεφαλής αξιωματικός μας, αντισυνταγματάρχης Στραυρόπουλος, μας ζήτησε όταν αποβιβαστούμε στη Πάφο, για το ηθικό των Κυπρίων να τους πούμε ότι είμαστε ελληνικός στρατός που δήθεν ήρθε από την Ελλάδα. Πράγματι, κάναμε μια θεαματική απόβαση με σχοινιά και ΑΒΑΚ, ενώ το αρματαγωγό χτύπησε το μιναρέ του τζαμιού στο τουρκοκυπριακό θύλακα".
Ο Διοικητής της Εθνοφρουράς Πάφου ζήτησε από τον Κυβερνήτη, μέσω του ραδιοτηλεφώνου, να προσβάλλει με το πυροβολικό του πλοίου, το φρούριο της Πάφου και συγκεκριμένα τον θύλακα Μουττάλου, στον οποίο ήταν συγκεντρωμένες μεγάλες τουρκικές δυνάμεις (δύο τάγματα), με άριστο εξοπλισμό. Ο Κυβερνήτης Χανδρινός, ελλείψει πληροφοριών από ΓΕΝ, εάν η Ελλάδα είχε εμπλακεί σε εχθροπραξίες με την Τουρκία λόγω της εισβολής και επειδή η κατάσταση επέβαλλε την πλήρη σιγή ασυρμάτου και μέσων επικοινωνίας με το κέντρο, βρέθηκε προ του σοβαρού διλήμματος εάν θα υλοποιούσε το αίτημα της Εθνοφρουράς περί προσβολής Τουρκικών στόχων, με όλες τις τυχόν επιπτώσεις, ή θα άφηνε στο έλεος των εισβολέων την Πάφο. Ο Χανδρινός, μετά από μία σύντομη εκτίμηση της καταστάσεως και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ύπαρξη ισχυρών Τουρκικών δυνάμεων στην περιοχή, θα σήμαινε μεγάλη αιματοχυσία και ολοκληρωτική κατάληψη της Πάφου, αποφάσισε την προσβολή των στόχων που του υποδείχτηκαν, με τον διαθέσιμο ανεπαρκή οπλισμό του πλοίου (πυροβόλα Bofors 40mm), τον οποίον είχαν επανδρώσει και οπλίτες της ΕΛΔΥΚ, λόγω αριθμητικής ανεπάρκειας του πληρώματος του πλοίου. Επί δύο συνεχείς ώρες το ψυχωμένο και ηρωικό πλήρωμα του Α/Γ "ΛΕΣΒΟΣ" σφυροκόπησε με επιτυχία τον θύλακα (περίπου 900-950 βλήματα), ενώ συνεχίστηκε και η επίθεση από ξηράς με αποτέλεσμα να εξουδετερωθεί ο τουρκικός θύλακας και να διασωθεί η Πάφος.
Στην συνέχεια αφού υπολόγισε τον κίνδυνο προσβολής από την Τουρκική Αεροπορία ακολούθησε Νότια πορεία προς τις Λυβικές ακτές παραπλανώντας τους Τούρκους που είχαν βγει προς αναζήτησή του. Μετά ανέστρεψε και κινούμενος Δυτικά επέστρεψε στην Ελλάδα. Αποτέλεσμα αυτών των κινήσεων ήταν η σύγχυση των Τούρκων και η βύθιση του Τουρκικού Α/Τ ΚΟCΑΤEPΕ από μαχητικά αεροσκάφη που το νόμισαν Ελληνικό και υπεύθυνο του επεισοδίου της Πάφου.
Αξίζει να αναφερθεί και η τελευταία παράγραφος του πολεμικού ημερολογίου, ακριβώς όπως διατυπώθηκε απο τον Κυβερνήτη: «..Περαίνων την εν λόγω έκθεσιν, επιθυμώ να αναφέρω ότι ως διαπίστωσα, το ηθικόν του Έλληνος, η ψυχραιμία και η τόλμη αυτού, ευρίσκεται εις υψηλόν βαθμόν. Δεν θα ήτο υπερβολή να γράφω ότι άπαντες οι επιβαίνοντες του πλοίου Αξιωματικοί, Υπαξιωματικοί και οπλίται εν ουδεμία περιπτώσει απώλεσαν το θάρρος των και την πίστιν προς τα ιδεώδη της Φυλής. Ιδιαιτέρως εθαύμασα το θάρρος των επαναπατριζομένων οπλιτών του Σ.Ξ, οίτινες καίτοι είχαν συνειδητοποιήσει ότι επέστρεφον εις τας οικείας των, με έξαλλον ενθουσιασμόν και αλλαλαγμούς χαράς, εδέχθηκαν την, απο του στόματός μου, πληροφορίαν περί της επανόδου των εις την Κύπρον, προς ενίσχυσιν των μαχομένων συναδέλφων των εναντίον των εχθρών του Γένους».

Ετικέτες